Το κάπνισμα μπορεί να μειώνει τις πιθανότητες σύλληψης για πολλούς ανθρώπους παγκοσμίως, σύμφωνα με νέα σύνοψη γνώσεων του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ).
Η δημοσίευση αναδεικνύει τα διαθέσιμα στοιχεία που συνδέουν τη χρήση καπνού με την υπογονιμότητα στις γυναίκες, τις επιβλαβείς επιδράσεις στο σπέρμα και τη σεξουαλική λειτουργία στους άνδρες, καθώς και με πιθανώς χαμηλότερες πιθανότητες επιτυχίας ορισμένων θεραπειών γονιμότητας.
Ο ΠΟΥ προειδοποιεί επίσης ότι και το παθητικό κάπνισμα μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα, γεγονός που σημαίνει ότι οι άνθρωποι δεν χρειάζεται να καπνίζουν οι ίδιοι για να εκτίθενται σε πιθανούς αναπαραγωγικούς κινδύνους.
Ένα στα έξι άτομα αντιμετωπίζει υπογονιμότητα
Σε παγκόσμιο επίπεδο, ένα στα έξι άτομα αναπαραγωγικής ηλικίας θα αντιμετωπίσει υπογονιμότητα κάποια στιγμή στη ζωή του.
Ως υπογονιμότητα ορίζεται η αδυναμία επίτευξης εγκυμοσύνης μετά από 12 μήνες ή περισσότερο τακτικών, ελεύθερων σεξουαλικών επαφών χωρίς αντισύλληψη.
40% υψηλότερος κίνδυνος υπογονιμότητας για τις γυναίκες που καπνίζουν
Η δημοσίευση του ΠΟΥ επικαλείται στοιχεία δεκαετιών που δείχνουν ότι το κάπνισμα μπορεί να βλάψει την αναπαραγωγική υγεία των γυναικών.
Σύμφωνα με συστηματική ανασκόπηση μελετών που πραγματοποιήθηκαν από το 2000 έως το 2026, οι γυναίκες που καπνίζουν σήμερα έχουν 40% υψηλότερο κίνδυνο υπογονιμότητας σε σύγκριση με όσες δεν καπνίζουν.
Παράλληλα, η δημοσίευση σημειώνει ότι γυναίκες που είχαν καπνίσει στο παρελθόν αλλά δεν καπνίζουν πλέον μπορεί να έχουν 25% χαμηλότερο κίνδυνο υπογονιμότητας σε σχέση με γυναίκες που συνεχίζουν να καπνίζουν. Το εύρημα αυτό υποδεικνύει ότι η διακοπή του καπνίσματος μπορεί να έχει ουσιαστική σημασία.
Το κάπνισμα επηρεάζει και την ανδρική γονιμότητα
Ο ΠΟΥ τονίζει ότι η υπογονιμότητα δεν αποτελεί αποκλειστικά ζήτημα γυναικείας υγείας.
Πρόσφατη ανασκόπηση 44 μελετών, στις οποίες συμμετείχαν περισσότεροι από 60.000 άνδρες, διαπίστωσε ότι το κάπνισμα συνδέεται με διαταραχές της αναπαραγωγικής λειτουργίας, μεταξύ άλλων με ανωμαλίες στο σπέρμα και σεξουαλική δυσλειτουργία.
Τα στοιχεία έδειξαν ότι οι άνδρες που καπνίζουν είναι πιθανότερο να εμφανίσουν στυτική δυσλειτουργία, προβλήματα εκσπερμάτισης και άλλες διαταραχές, όπως απουσία σπερματοζωαρίων στο σπέρμα, μειωμένη κινητικότητα των σπερματοζωαρίων και μη φυσιολογική μορφολογία τους.
Μειώνει την αποτελεσματικότητα των θεραπειών γονιμότητας
Για τα άτομα που υποβάλλονται σε θεραπείες γονιμότητας, το κάπνισμα μπορεί επίσης να μειώσει τις πιθανότητες επιτυχίας.
Η δημοσίευση του ΠΟΥ παραπέμπει σε παλαιότερη έρευνα 21 μελετών, σύμφωνα με την οποία το κάπνισμα τσιγάρων συνδέθηκε με λιγότερες γεννήσεις ζώντων νεογνών και λιγότερες εγκυμοσύνες μετά από τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, όπως η εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF).
Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι οι πιθανότητες επιτυχούς έκβασης μπορεί να μειώνονται περίπου στο μισό λόγω του καπνίσματος.
Ο ΠΟΥ επισημαίνει επίσης ότι και ο ναργιλές, hookah ή shisha, μπορεί να επηρεάζει την ανδρική γονιμότητα.
Κίνδυνος και από το παθητικό κάπνισμα
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην δευτερογενή έκθεση σε καπνό.
Οι γυναίκες που εκτίθενται σε παθητικό κάπνισμα μπορεί να αντιμετωπίζουν υψηλότερο κίνδυνο υπογονιμότητας, αλλά και χαμηλότερη πιθανότητα σύλληψης σε κάθε μήνα που προσπαθούν να μείνουν έγκυες.
Με άλλα λόγια, η έκθεση στον καπνό του τσιγάρου μπορεί να αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την αναπαραγωγική υγεία ακόμη και για όσους δεν καπνίζουν οι ίδιοι.
Τι ισχύει για τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και άλλα προϊόντα;
Τα στοιχεία για νεότερα προϊόντα, μεταξύ των οποίων τα ηλεκτρονικά τσιγάρα, τις παραδοσιακές μορφές ατμίσματος όπως ο ναργιλές και τα προϊόντα καπνού χωρίς καύση, εξακολουθούν να συγκεντρώνονται.
Τα ισχυρότερα διαθέσιμα δεδομένα αφορούν το κάπνισμα τσιγάρων. Ωστόσο, ο ΠΟΥ προειδοποιεί ότι και άλλα προϊόντα καπνού και νικοτίνης μπορεί να ενέχουν κινδύνους για τη γονιμότητα και υπογραμμίζει την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα.
Ο ΠΟΥ συστήνει στους επαγγελματίες υγείας να ενημερώνουν τα άτομα και τα ζευγάρια που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη σχετικά με τους κινδύνους της χρήσης καπνού για την αναπαραγωγική υγεία και να τους προσφέρουν τεκμηριωμένη υποστήριξη για τη διακοπή του καπνίσματος.
Παράλληλα, ο Οργανισμός συστήνει να παρέχεται σύντομη συμβουλευτική για τη διακοπή του καπνίσματος με συνέπεια σε όλους τους χρήστες καπνού, σε κάθε πλαίσιο παροχής υπηρεσιών υγείας.
2,71 δισεκατομμύρια άνθρωποι εκτέθηκαν σε παθητικό κάπνισμα μέσα σ' ένα χρόνο
Την ίδια ώρα, μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «The Lancet Public Health» διαπιστώνει ότι 2,71 δισεκατομμύρια άνθρωποι εκτέθηκαν σε παθητικό κάπνισμα το 2023. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονταν 1,49 δισεκατομμύρια γυναίκες και 767 εκατομμύρια παιδιά κάτω των 15 ετών.
Την ίδια χρονιά, το παθητικό κάπνισμα ήταν υπεύθυνο για 1,66 εκατομμύρια θανάτους και 44,8 εκατομμύρια χαμένα έτη ζωής λόγω αναπηρίας. Παρέμενε δηλαδή σημαντικός παράγοντας αναπηρίας και πρόωρης θνησιμότητας.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής το Ινστιτούτο IHME του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον, μελέτησαν στοιχεία από το 1990 ως το 2023 σε 204 χώρες και περιοχές.
Ενώ τα παγκόσμια ποσοστά έκθεσης σε παθητικό κάπνισμα έχουν μειωθεί από το 1990, ο αριθμός των ατόμων που εκτέθηκαν παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητος. Συγκεκριμένα, το 2023 το ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού που εκτέθηκε σε παθητικό κάπνισμα ανερχόταν στο 33,9%. Στη νοτιοανατολική Ασία, την ανατολική Ασία και την Ωκεανία το ποσοστό έφτασε το 48,4%, με τις γυναίκες σε κάποιες χώρες να εκτίθενται σχεδόν 1,8 φορές περισσότερο από τους άνδρες.
Ο αριθμός των ατόμων που εκτέθηκαν σε παθητικό καπνό έχει σχεδόν διπλασιαστεί στην υποσαχάρια Αφρική από το 1990 και έχει αυξηθεί κατά 72,1% στη βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Η Κίνα, η Ινδία και η Ινδονησία αντιπροσώπευαν σχεδόν το ήμισυ του παγκόσμιου εκτεθειμένου πληθυσμού (664 εκατομμύρια, 444 εκατομμύρια και 142 εκατομμύρια άτομα να εκτίθενται αντίστοιχα).
Η ισχαιμική καρδιοπάθεια ευθυνόταν για 12 εκατομμύρια χαμένα έτη ζωής λόγω αναπηρίας που αποδίδονται στο παθητικό κάπνισμα, καθιστώντας την τον κύριο παράγοντα απώλειας υγείας το 2023.
Τα παιδιά υφίστανται περισσότερο τις επιπτώσεις του παθητικού καπνίσματος, με τις λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος να προκαλούν τη μεγαλύτερη επιβάρυνση σε αυτή την κατηγορία πληθυσμού.





