Για πολλούς ανθρώπους που ζουν με μακρά COVID (long COVID), τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η ανάγνωση, η εργασία στον υπολογιστή ή η συγκέντρωση σε μια συζήτηση μπορεί να απαιτούν πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια από ό,τι στο παρελθόν, ενώ η πνευματική κόπωση μπορεί να δυσκολεύει τη συνέχιση μιας δραστηριότητας.
Η κόπωση αποτελεί ένα από τα συχνότερα συμπτώματα της μακράς COVID, γνωστής και ως μετα-COVID κατάσταση (post-COVID condition). Για ορισμένους ανθρώπους βελτιώνεται με την πάροδο του χρόνου. Για άλλους μπορεί να επιμένει για μήνες ή και χρόνια, επηρεάζοντας την εργασία, την οικογενειακή ζωή και τις κοινωνικές δραστηριότητες.
Οι επιστήμονες εξακολουθούν να προσπαθούν να κατανοήσουν τι προκαλεί αυτή την εξάντληση. Έρευνες έχουν εντοπίσει αρκετές πιθανές βιολογικές διεργασίες, μεταξύ άλλων αλλαγές στο ανοσοποιητικό και το νευρικό σύστημα. Δεν έχει προκύψει μία και μοναδική εξήγηση και διαφορετικοί μηχανισμοί ενδέχεται να συμβάλλουν στα συμπτώματα από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Τα ευρήματα νέας μελέτης
Σε νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Sciencedirect, ερευνητές διαπίστωσαν μειωμένη ροή αίματος στον εγκέφαλο σε άτομα με μακρά COVID που παρουσίαζαν επίμονη κόπωση. Οι διαφορές αυτές συνδέονταν επίσης με ορισμένες πτυχές της κόπωσης και με την απόδοση σε μια δοκιμασία που απαιτούσε παρατεταμένη προσοχή.
Για τη διερεύνηση του ζητήματος, μελετήθηκαν 22 άτομα με μακρά COVID και επίμονη κόπωση, τα οποία συγκρίθηκαν με 19 υγιείς εθελοντές αντίστοιχης ηλικίας και φύλου.
Οι συμμετέχοντες ολοκλήρωσαν μια δοκιμασία διάρκειας 20 λεπτών, κατά την οποία έπρεπε να παραμείνουν σε εγρήγορση και να ανταποκρίνονται γρήγορα σε οπτικά σήματα. Κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας μετρήθηκε η ροή αίματος στον εγκέφαλό τους, με τη χρήση μιαε εξειδικευμένης μορφής μαγνητικής τομογραφίας, γνωστή ως αρτηριακή σήμανση περιστροφής σπιν (arterial spin labelling – ASL). Η τεχνική χρησιμοποιεί το νερό που υπάρχει ήδη στο αίμα ως φυσικό δείκτη, επιτρέποντας στους ερευνητές να εκτιμήσουν πόσο αίμα φτάνει σε διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου χωρίς να χρειάζεται η χορήγηση σκιαγραφικού.
Ζητήθηκε επίσης από τους συμμετέχοντες να αξιολογήσουν το επίπεδο κόπωσής τους πριν και μετά τη δοκιμασία.
Μετρήσιμη μείωση απόδοσης
Προέκυψε ένα σαφές μοτίβο. Τα άτομα με μακρά COVID αισθάνονταν μεγαλύτερη κόπωση πριν από τη δοκιμασία και ανέφεραν μεγαλύτερη αύξηση της κόπωσης μετά την ολοκλήρωσή της. Παράλληλα, ανταποκρίνονταν πιο αργά καθ’ όλη τη διάρκεια της δοκιμασίας προσοχής σε σύγκριση με τους υγιείς εθελοντές.
Ωστόσο, η απόδοσή τους δεν παρουσίασε σημαντικά μεγαλύτερη επιδείνωση όσο περνούσε η ώρα. Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, καθώς το να αισθάνεται κάποιος ολοένα μεγαλύτερη κόπωση διαφέρει από το να παρουσιάζει μετρήσιμη μείωση της απόδοσής του με την πάροδο του χρόνου.
Οι εγκεφαλικές απεικονίσεις αποκάλυψαν χαμηλότερη συνολική εγκεφαλική αιματική ροή στην ομάδα με μακρά COVID, δηλαδή μικρότερη ποσότητα αίματος που έφτανε στον εγκέφαλο. Μεγαλύτερες διαφορές παρατηρήθηκαν σε αρκετές περιοχές που συμμετέχουν σε λειτουργίες όπως η προσοχή, η επεξεργασία αισθητηριακών πληροφοριών και ο γνωστικός έλεγχος.
Η χαμηλότερη ροή αίματος συνδεόταν επίσης με βραδύτερους χρόνους αντίδρασης. Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι οι μεταβολές στην εγκεφαλική αιματική ροή μπορεί να αποτελούν ένα μέρος της βιολογικής εικόνας που βρίσκεται πίσω από την κόπωση και τις δυσκολίες συγκέντρωσης στη μακρά COVID.
Το εύρημα είναι συμβατό με άλλες μελέτες νευροαπεικόνισης. Προηγούμενες έρευνες έχουν επίσης αναφέρει διαφορές στην αιματική ροή του εγκεφάλου ή στον μεταβολισμό του οξυγόνου σε άτομα με μετα-COVID καταστάσεις, αν και τα αποτελέσματα ποικίλλουν και οι ερευνητές δεν έχουν ακόμη προσδιορίσει με ακρίβεια πώς συνδέονται αυτές οι αλλαγές με τα συμπτώματα.
Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικοί περιορισμοί. Η μελέτη ήταν μικρή και, επομένως, τα αποτελέσματα θα πρέπει να επιβεβαιωθούν σε πολύ μεγαλύτερες ομάδες. Επιπλέον, καταδεικνύει συσχετίσεις και όχι σχέση αιτίου-αποτελέσματος. Οι ερευνητές δεν μπορούν να γνωρίζουν αν η μειωμένη εγκεφαλική αιματική ροή συμβάλλει στην κόπωση, αν αποτελεί αποτέλεσμα κάποιας άλλης υποκείμενης διαδικασίας ή αν συνυπάρχει με την κόπωση για κάποιον άλλο λόγο.
Η μέθοδος της μαγνητικής τομογραφίας έχει επίσης περιορισμούς. Δεν μπορεί να διακρίνει πλήρως μεταξύ της μειωμένης αιματικής ροής μέσα στον εγκεφαλικό ιστό και των μεταβολών στον τρόπο με τον οποίο το αίμα κινείται μέσα στα μικρά αιμοφόρα αγγεία του εγκεφάλου.
Η διάγνωση σε μεμονωμένο ασθενή
Η ίδια η μακρά COVID είναι μια σύνθετη κατάσταση. Έρευνες δείχνουν ότι μπορεί να περιλαμβάνει πολλά συστήματα του οργανισμού και διαφορετικές βιολογικές διεργασίες, ενώ η ισορροπία αυτών των παραγόντων μπορεί να διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Επομένως, οι διαφορές στην ροή αίματος στον εγκέφαλο που εντοπίστηκαν στη μελέτη δεν μπορούν να αποτελέσουν μία ενιαία εξήγηση για την κόπωση όλων των ασθενών.
Ο συγκεκριμένος τύπος εγκεφαλικής απεικόνισης δεν μπορεί, προς το παρόν, να χρησιμοποιηθεί για τη διάγνωση της κόπωσης λόγω μακράς COVID σε έναν μεμονωμένο ασθενή. Οι συνήθεις κλινικές εξετάσεις ενδέχεται να μην ανιχνεύουν ακόμη τις βιολογικές μεταβολές που σχετίζονται με συμπτώματα τα οποία έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην καθημερινότητα ενός ανθρώπου.
Η μελέτη προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο στις ενδείξεις ότι η επίμονη κόπωση μετά τη λοίμωξη από COVID-19 μπορεί να συνδέεται με μετρήσιμες φυσιολογικές διαφορές. Για να γίνει κατανοητό αν οι μεταβολές στην εγκεφαλική αιματική ροή συμβάλλουν άμεσα στα συμπτώματα και αν θα μπορούσαν στο μέλλον να βοηθήσουν στην καθοδήγηση της θεραπείας, θα χρειαστούν μεγαλύτερες μελέτες που θα παρακολουθούν τους ασθενείς σε βάθος χρόνου.
Πηγή: THE CONVERSATION.COM





