Όταν καταπιανόμαστε με μια πνευματικά απαιτητική εργασία, αργά ή γρήγορα φτάνουμε σε ένα σημείο όπου νιώθουμε ότι οι δυνάμεις μας τελειώνουν. Ακόμη κι όταν γνωρίζουμε ότι η ολοκλήρωσή της θα μας προσφέρει σημαντικά οφέλη, συχνά δυσκολευόμαστε να συνεχίσουμε και τελικά εγκαταλείπουμε την προσπάθεια. Γιατί συμβαίνει αυτό; Η απάντηση μπορεί να κρύβεται στη χημεία του εγκεφάλου.
Η κόπωση και η έλλειψη κινήτρου αποτελούν τις προφανείς εξηγήσεις, ωστόσο οι βιολογικοί μηχανισμοί που οδηγούν τον εγκέφαλο στην αποδέσμευση από μια απαιτητική δραστηριότητα δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως.
Αυτό ακριβώς επιχείρησε να διερευνήσει μια ομάδα επιστημόνων, με επικεφαλής τη Hongmei Xia από το Πανεπιστήμιο Ludwig Maximilian του Μονάχου στη Γερμανία, μέσα από πειράματα στα οποία συμμετείχαν 31 υγιείς εθελοντές.
Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο όταν καταβάλλουμε μεγαλύτερη πνευματική προσπάθεια;
Κάθε συμμετέχων έλαβε μέρος σε ένα απαιτητικό τεστ μνήμης διάρκειας 20 λεπτών, σε δύο διαφορετικές ημέρες.
Κατά τη διάρκεια της μίας συνεδρίας, οι ερευνητές εφάρμοσαν ηλεκτρική διέγερση, με στόχο να αυξήσουν τη δραστηριότητα μιας περιοχής του προμετωπιαίου φλοιού. Στη δεύτερη συνεδρία εφαρμόστηκε εικονική διέγερση (placebo), κατά την οποία οι συμμετέχοντες ένιωσαν μόνο ένα σύντομο αρχικό μυρμήγκιασμα, ώστε να θεωρούν ότι υποβάλλονταν στην ίδια διαδικασία.
Το τεστ είχε σχεδιαστεί έτσι ώστε να προκαλεί νοητική κόπωση. Για να αξιολογήσουν τις επιπτώσεις της, οι επιστήμονες ρώτησαν τους εθελοντές, πριν και μετά τη δοκιμασία, αν θα ήταν διατεθειμένοι να αναλάβουν επιπλέον εργασίες μνήμης.
Μπορούσαν να επιλέξουν ανάμεσα σε ευκολότερες δοκιμασίες με μικρότερη χρηματική ανταμοιβή, αλλά και δυσκολότερες εργασίες που προσέφεραν περισσότερα χρήματα.
Παράλληλα, οι ερευνητές εξέτασαν τη χημεία του εγκεφάλου πριν και μετά τα τεστ, χρησιμοποιώντας φασματοσκοπία μαγνητικού συντονισμού (MRS). Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο γλουταμινικό, έναν νευροδιαβιβαστή που έχει συνδεθεί σε προηγούμενες έρευνες με τη νοητική εξάντληση.
Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν ένα αξιοσημείωτο μοτίβο, όπως περιγράφεται στη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences (PNAS).
Το χημικό «κόστος» της πνευματικής προσπάθειας
Η ενεργή ηλεκτρική διέγερση αύξησε τη διεγερσιμότητα του πλαγιοραχιαίου προμετωπιαίου φλοιού (DLPFC), μιας περιοχής του εγκεφάλου που συμμετέχει σε σημαντικές γνωστικές λειτουργίες, όπως η μνήμη και ο έλεγχος της συμπεριφοράς.
Η αύξηση αυτή συνδέθηκε με σημαντικά υψηλότερα επίπεδα γλουταμινικού μετά την ολοκλήρωση του τεστ, σε σύγκριση με τη συνεδρία εικονικής διέγερσης.
Αρχικά, η αυξημένη εγκεφαλική δραστηριότητα είχε θετική επίδραση στην απόδοση των συμμετεχόντων στις δοκιμασίες μνήμης. Ωστόσο, το όφελος αυτό συνοδεύτηκε από ένα αξιοσημείωτο τίμημα: μετά το τέλος της δοκιμασίας, οι εθελοντές ήταν λιγότερο πρόθυμοι να επιλέξουν εργασίες που απαιτούσαν μεγαλύτερη προσπάθεια, ακόμη και όταν αυτές προσέφεραν υψηλότερη χρηματική ανταμοιβή.
Όπως σημειώνουν οι ερευνητές, η βελτίωση της απόδοσης χάρη στην αυξημένη διεγερσιμότητα του DLPFC συνοδεύτηκε από μειωμένη διάθεση για ανάληψη απαιτητικών εργασιών, γεγονός που υποδηλώνει εντονότερη κινητοποιητική κόπωση.
Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η συσσώρευση γλουταμινικού στον προμετωπιαίο φλοιό ενδέχεται να αποτελεί έναν από τους βιοχημικούς μηχανισμούς που συμβάλλουν στη νοητική κόπωση και στη μειωμένη διάθεση για συνέχιση μιας απαιτητικής δραστηριότητας.
Εφόσον ο συγκεκριμένος μηχανισμός επιβεβαιωθεί από μελλοντικές έρευνες, θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για νέες προσεγγίσεις στην αντιμετώπιση της παθολογικής ή χρόνιας κόπωσης.
«Ο μεταβολισμός του γλουταμινικού στον προμετωπιαίο φλοιό θα μπορούσε, επομένως, να αποτελέσει έναν δυνητικό βιοδείκτη, αλλά και θεραπευτικό στόχο για την παθολογική κόπωση», καταλήγουν οι επιστήμονες.
Πηγή: Medical Xpress





