Εξετάσεις των ματιών θα μπορούσαν να συμβάλουν στον εντοπισμό μιας ευρέως διαδεδομένης καρδιακής πάθησης, η οποία αυξάνει τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου, ακόμη και χρόνια πριν από τη διάγνωσή της, σύμφωνα με νέα μελέτη.
Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι συγκεκριμένη τεχνική θα μπορούσε να αποτελέσει μια μη επεμβατική μέθοδο για την έγκαιρη ενημέρωση των ασθενών σχετικά με την κολπική μαρμαρυγή , προτού η πάθηση «προκαλέσει πραγματική βλάβη».
Οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από περισσότερα από 90.000 άτομα και διαπίστωσαν ότι όσοι είχαν κολπική μαρμαρυγή παρουσίαζαν διακριτούς βιολογικούς δείκτες στον αμφιβληστροειδή — το φωτοευαίσθητο στρώμα στο πίσω μέρος του ματιού, το οποίο ανιχνεύει το φως και μετατρέπει τα ερεθίσματα σε σήματα που μεταδίδονται στον εγκέφαλο.
Η κολπική μαρμαρυγή μπορεί να μην προκαλεί συμπτώματα και συχνά εμφανίζεται κατά διαστήματα, γεγονός που σημαίνει ότι μπορεί να μην εντοπιστεί κατά τη διάρκεια των διαγνωστικών καρδιολογικών ελέγχων, όπως το ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ).
Ο John Brewer, ασθενής στο Moorfields Eye Hospital, διαγνώστηκε με κολπική μαρμαρυγή ενώ υποβαλλόταν σε επέμβαση καταρράκτη νωρίτερα φέτος.
Όταν η ιατρική ομάδα διαπίστωσε ότι ο καρδιακός του ρυθμός ήταν ακανόνιστος, του έγινε ΗΚΓ και του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή, ώστε να μπορέσει να συνεχιστεί η επέμβαση. Αργότερα, καρδιολόγος επιβεβαίωσε τη διάγνωση.
«Θα ήταν πολύ πιο εύκολο αν η κολπική μαρμαρυγή είχε εντοπιστεί νωρίτερα, μέσω μιας εξέτασης αμφιβληστροειδούς κατά τη διάρκεια ενός από τους τακτικούς οφθαλμολογικούς ελέγχους μου, αντί να διαγνωστεί πάνω στο χειρουργικό τραπέζι. Ήταν μια πολύ οδυνηρή εμπειρία τόσο για τη σύζυγό μου όσο και για εμένα», σχολίασε ο Brewer.
Αν και η κολπική μαρμαρυγή δεν είναι από μόνη της άμεσα απειλητική για τη ζωή, μπορεί να οδηγήσει στον σχηματισμό θρόμβων αίματος, οι οποίοι με τη σειρά τους μπορούν να προκαλέσουν εγκεφαλικά επεισόδια.
Ερευνητές από το Moorfields Eye Hospital NHS Foundation Trust και το UCL Institute of Ophthalmology ανέλυσαν δεδομένα από 50.651 συμμετέχοντες στη μελέτη AlzEye και από 39.013 άτομα που συμμετείχαν στη UK Biobank.
Συνολικά, 6.261 ασθενείς είχαν ήδη διαγνωστεί με κολπική μαρμαρυγή.
Η ανάλυση έδειξε ότι τα άτομα με κολπική μαρμαρυγή παρουσίαζαν την τάση να έχουν λεπτότερα στρώματα στον αμφιβληστροειδή.
Παράλληλα, ασθενείς που δεν είχαν κολπική μαρμαρυγή τη στιγμή που πραγματοποιήθηκαν οι οφθαλμολογικές σαρώσεις, αλλά εμφάνισαν την πάθηση αργότερα, παρουσίαζαν επίσης λεπτότερα στρώματα του αμφιβληστροειδούς, κατά μέσο όρο τέσσερα χρόνια πριν προσέλθουν σε νοσοκομείο.
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι οι σαρώσεις των ματιών δεν θα αντικαταστήσουν το ΗΚΓ στη διάγνωση της κολπικής μαρμαρυγής, αλλά θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ένα «συμπληρωματικό εργαλείο».
Τα ευρήματα της μελέτης δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό PLOS Digital Health.
Πηγή: Independent





