Έρευνες έχουν δείξει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι που χάνουν βάρος ανακτούν τουλάχιστον ένα μέρος του μέσα σε λίγα χρόνια. Αυτό συχνά αποδίδεται στην έλλειψη «θέλησης», όμως τα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι μετά την απώλεια κιλών ο οργανισμός υφίσταται μια σειρά βιολογικών αλλαγών που ευνοούν την επαναπρόσληψή τους. Σε αυτές περιλαμβάνονται η αυξημένη πείνα, οι μεταβολές στον μεταβολισμό και οι αλλαγές στις ορμόνες που ρυθμίζουν την όρεξη.
Ακόμη και όσοι χάνουν βάρος με τη βοήθεια φαρμάκων τύπου GLP-1 δυσκολεύονται συχνά να διατηρήσουν την απώλεια βάρους όταν διακόπτεται η θεραπεία.
Γι’ αυτόν τον λόγο, η αναζήτηση τρόπων που θα βοηθήσουν τους ανθρώπους να διατηρήσουν την απώλεια βάρους αποτελεί σημαντικό πεδίο έρευνας.
Το βακτήριο Akkermansia muciniphila
Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Medicine υποδεικνύει ότι ένα συγκεκριμένο μικρόβιο του εντέρου μπορεί να συμβάλει στην πρόληψη της επαναπρόσληψης βάρους.
Το βακτήριο ονομάζεται Akkermansia muciniphila, βρίσκεται άφθονο στο ανθρώπινου εντερικό μικροβίωμα και ζει στο στρώμα βλέννας που καλύπτει το έντερο. Το βακτήριο τρέφεται με τη βλεννίνη (mucin), δηλαδή τις πρωτεΐνες και τα σάκχαρα που συνθέτουν αυτή τη βλέννα, και θεωρείται ότι συμβάλλει στη διατήρηση του προστατευτικού φραγμού του εντέρου, ενώ επηρεάζει και τον μεταβολισμό.
Το Akkermansia muciniphila έχει προσελκύσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια λόγω της συσχέτισής της με καλύτερα αποτελέσματα υγείας σε διάφορες παθήσεις.
Μελέτες σε ανθρώπους έχουν δείξει ότι υψηλότερα επίπεδα του βακτηρίου συνδέονται με καλύτερη μεταβολική υγεία, συμπεριλαμβανομένου του καλύτερου ελέγχου του σακχάρου στο αίμα, γεγονός που μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης προβλημάτων όπως ο διαβήτης τύπου 2. Αντίθετα, χαμηλότερα επίπεδα παρατηρούνται σε άτομα με παχυσαρκία και διαβήτη τύπου 2.
Η πρόσφατη αυτή μελέτη διερεύνησε κατά πόσο η χορήγηση συμπληρωμάτων Akkermansia muciniphila μετά από απώλεια βάρους θα μπορούσε να περιορίσει την επακόλουθη επαναπρόσληψη.
Κλινική δοκιμή οκτώ εβδομάδων
Η κλινική δοκιμή περιέλαβε 90 ενήλικες με υπερβολικό βάρος ή παχυσαρκία. Οι συμμετέχοντες ακολούθησαν για οκτώ εβδομάδες μια δίαιτα χαμηλής ενεργειακής πρόσληψης, αποτελούμενη από υποκατάστατα γευμάτων (σούπες και ροφήματα) συνολικής ενεργειακής αξίας 800–900 θερμίδων ημερησίως.
Μετά από αυτή τη φάση, όσοι είχαν χάσει τουλάχιστον το 8% του σωματικού τους βάρους κατανεμήθηκαν τυχαία σε δύο ομάδες: η μία έλαβε εικονικό φάρμακο (placebo) και η άλλη καθημερινά συμπληρώματα με παστεριωμένη Akkermansia muciniphila για 24 εβδομάδες. Παράλληλα, όλοι κλήθηκαν να ακολουθούν μια υγιεινή διατροφή σύμφωνα με τις ολλανδικές διατροφικές οδηγίες, χωρίς περιορισμούς στην ποσότητα τροφής.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στη μελέτη δεν χρησιμοποιήθηκαν ζωντανά βακτήρια. Αντίθετα, χρησιμοποιήθηκε παστεριωμένη μορφή τους, δηλαδή βακτήρια που είχαν υποστεί θερμική επεξεργασία και δεν ήταν πλέον ζωντανά.
Αυτό μπορεί να ακούγεται παράδοξο, αλλά προηγούμενες έρευνες υποδηλώνουν ότι ορισμένα από τα ευεργετικά αποτελέσματα των προβιοτικών, συμπεριλαμβανομένης της A. muciniphila, οφείλονται σε συστατικά των βακτηριακών κυττάρων και όχι απαραίτητα στα ζωντανά μικρόβια. Μάλιστα, η παστερίωση ενδέχεται να ενισχύει τις επιδράσεις τους.
Στο τέλος της μελέτης, η ομάδα που έλαβε Akkermansia muciniphila είχε ανακτήσει σημαντικά λιγότερο βάρος από την ομάδα του placebo. Κατά μέσο όρο, όσοι έπαιρναν το συμπλήρωμα ανέκτησαν περίπου 1,2 κιλά, ενώ η ομάδα placebo περίπου 3,2 κιλά.
Αυτό υποδηλώνει ότι η συμπληρωματική χορήγηση επιβράδυνε την επαναπρόσληψη βάρους, χωρίς όμως να την αποτρέψει πλήρως.
Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης βελτιώσεις σε ορισμένους καρδιομεταβολικούς δείκτες, όπως η βελτίωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη, δηλαδή η αποτελεσματικότερη ανταπόκριση του οργανισμού στην ορμόνη αυτή.
Μικροβίωμα του εντέρου και σωματικό βάρος
Το μικροβίωμα είναι εξαιρετικά πολύπλοκο. Επηρεάζεται από τη διατροφή, τη σωματική δραστηριότητα, τον ύπνο, τα φάρμακα και πολλούς άλλους παράγοντες. Ως αποτέλεσμα, οι θεραπείες που βασίζονται στο μικροβίωμα είναι απίθανο να αποτελέσουν απλές λύσεις που ταιριάζουν σε όλους.
Παρότι τα ευρήματα είναι ενθαρρυντικά, η μελέτη ήταν σχετικά μικρή και διήρκεσε μόλις έξι μήνες μετά την αρχική φάση απώλειας βάρους. Παραμένει άγνωστο αν τα αποτελέσματα θα διατηρούνταν σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα.
Υπάρχουν επίσης ερωτήματα σχετικά με το ποιοι άνθρωποι ωφελούνται περισσότερο. Οι συμμετέχοντες που είχαν χαμηλότερα αρχικά επίπεδα Akkermansia στο έντερο φάνηκε να παρουσιάζουν μεγαλύτερες καρδιομεταβολικές βελτιώσεις.
Αυτό αναδεικνύει μια ευρύτερη πρόκληση της επιστημονικής έρευνας του μικροβιώματος: το εντερικό μικροβίωμα διαφέρει σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο και μια θεραπεία που λειτουργεί αποτελεσματικά σε κάποιον μπορεί να έχει ελάχιστη επίδραση σε κάποιον άλλο.
Διατροφική παρέμβαση
Η μελέτη περιλάμβανε επίσης σημαντική διατροφική παρέμβαση και υποστήριξη από διαιτολόγους καθ’ όλη τη διάρκειά της. Επομένως, το μικρόβιο δεν εξετάστηκε ανεξάρτητα από τις αλλαγές στον τρόπο ζωής, ούτε θα πρέπει να θεωρείται υποκατάστατο αυτών.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι αρκετοί από τους συγγραφείς δήλωσαν οικονομικούς ή επαγγελματικούς δεσμούς με την εταιρεία που παρήγαγε το συμπλήρωμα που χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη. Παρότι τέτοιες συνεργασίες είναι συνηθισμένες στην εφαρμοσμένη έρευνα, ανεξάρτητες μελέτες θα είναι σημαντικές για την επιβεβαίωση και την επέκταση των ευρημάτων.
Παρ’ όλα αυτά, το μικροβίωμα παραμένει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον και ολοένα σημαντικότερο πεδίο έρευνας, με σαφείς συνδέσεις με πολλές πτυχές της ανθρώπινης υγείας. Η κατανόησή μας γι’ αυτό εξακολουθεί να εξελίσσεται.
Οι μέχρι σήμερα έρευνες δείχνουν ότι το μικροβίωμα διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στον μεταβολισμό και το ανοσοποιητικό σύστημα, επηρεάζοντας τόσο την υγεία όσο και την εμφάνιση ασθενειών.
Πολλά προβιοτικά συμπληρώματα που κυκλοφορούν σήμερα στην αγορά διαθέτουν περιορισμένα επιστημονικά στοιχεία που να υποστηρίζουν την αποτελεσματικότητά τους. Αν και μελέτες όπως αυτή δείχνουν ότι στοχευμένες θεραπείες που βασίζονται στο μικροβίωμα μπορεί στο μέλλον να αποτελέσουν μέρος στρατηγικών διατήρησης του βάρους, απαιτείται πολύ περισσότερη έρευνα.
Είναι μάλιστα πιθανό να υποστηριχθεί η ανάπτυξη της Akkermansia muciniphila και χωρίς τη χρήση συμπληρωμάτων. Η διατροφή διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του μικροβιώματος.
Φυτικές ίνες
Δίαιτες πλούσιες σε φυτικές ίνες, ιδιαίτερα σε πρεβιοτικές ίνες (είδος φυτικών ινών που τρέφει τα ωφέλιμα βακτήρια του εντέρου), μπορούν να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον στο οποίο ευδοκιμούν βακτήρια όπως η Akkermansia muciniphila.
Τέτοιες ίνες βρίσκονται σε τρόφιμα όπως τα κρεμμύδια, το σκόρδο, τα πράσα, τα σπαράγγια και πολλά δημητριακά ολικής άλεσης.
Επίσης, τρόφιμα φυτικής προέλευσης πλούσια σε πολυφαινόλες -όπως τα μούρα και τα σταφύλια- μπορεί να ενισχύουν την ανάπτυξή της.
Προς το παρόν, τα ευρήματα της μελέτης προστίθενται στα ολοένα αυξανόμενα στοιχεία ότι το σωματικό βάρος επηρεάζεται από μια πολύπλοκη αλληλεπίδραση βιολογικών, περιβαλλοντικών και συμπεριφορικών παραγόντων. Παράλληλα, ενισχύουν την ολοένα σαφέστερη εικόνα του εντερικού μικροβιώματος ως σημαντικού ρυθμιστή του μεταβολισμού και της υγείας.
Πηγή: THE CONVERSATIONS.COM





