Ένα συγκεκριμένο «καλό» βακτήριο του εντέρου φαίνεται να παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου (ΣΕΛ), σύμφωνα με νέα μελέτη ερευνητών του UT Health San Antonio, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το βακτήριο Faecalibacterium prausnitzii βρίσκεται σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα στο εντερικό μικροβίωμα των ατόμων με λύκο και ότι η επαναφορά του οδήγησε σε εντυπωσιακή μείωση των δεικτών της νόσου σε πειραματικά μοντέλα.
«Είναι η πρώτη φορά στην έρευνα για τον λύκο που εντοπίζουμε ένα βακτήριο το οποίο λείπει από τους ασθενείς και, όταν επανεισαχθεί, έχει θεραπευτικό όφελος», δήλωσε η Laurence Morel, καθηγήτρια Μικροβιολογίας, Ανοσολογίας και Μοριακής Γενετικής και επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας.
Τι είναι ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος είναι ένα χρόνιο αυτοάνοσο νόσημα, κατά το οποίο το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στους ίδιους τους ιστούς του οργανισμού. Η φλεγμονή μπορεί να επηρεάσει τις αρθρώσεις, το δέρμα, τους νεφρούς, τον εγκέφαλο, την καρδιά, τους πνεύμονες και άλλα όργανα.
Η νόσος δεν θεραπεύεται οριστικά και οι διαθέσιμες θεραπείες στοχεύουν κυρίως στον έλεγχο των συμπτωμάτων και στην πρόληψη μόνιμων βλαβών στα όργανα. Η βασική θεραπευτική προσέγγιση περιλαμβάνει ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, όπως τα κορτικοστεροειδή, τα οποία όμως συνοδεύονται από σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες και αυξάνουν τον κίνδυνο λοιμώξεων.
Ο ρόλος του εντερικού μικροβιώματος
Τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερες μελέτες δείχνουν ότι το εντερικό μικροβίωμα επηρεάζει τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
Η ερευνητική ομάδα διαπίστωσε ότι το Faecalibacterium prausnitzii συμβάλλει στη διάσπαση των φυτικών ινών, παράγοντας βουτυρικό οξύ , ένα λιπαρό οξύ βραχείας αλύσου με ισχυρή αντιφλεγμονώδη δράση.
Το βουτυρικό αποτελεί βασική πηγή ενέργειας για τα κύτταρα του παχέος εντέρου και συμβάλλει στη διατήρηση του προστατευτικού βλεννογόνου φραγμού μεταξύ του εντέρου και του υπόλοιπου οργανισμού.
Όταν τα επίπεδα του βακτηρίου μειώνονται, παράγεται λιγότερο βουτυρικό, γεγονός που ευνοεί τη φλεγμονή και διαταράσσει την ισορροπία του ανοσοποιητικού συστήματος.
«Όταν υπάρχουν λιγότερα βακτήρια που διασπούν τις φυτικές ίνες, παράγονται λιγότερα λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου και δημιουργείται ένα περισσότερο προφλεγμονώδες περιβάλλον», εξηγεί ο Yong Ge, επίκουρος καθηγητής και συν-επικεφαλής της μελέτης.
Ενθαρρυντικά αποτελέσματα στα πειραματικά μοντέλα
Στα πειραματικά μοντέλα, η χορήγηση του βακτηρίου οδήγησε σε μερική αποκατάσταση της φυσιολογικής λειτουργίας του ανοσοποιητικού, ενώ παρατηρήθηκε βελτίωση και στους νεφρούς και στον σπλήνα, δύο όργανα που συχνά προσβάλλονται από τον λύκο.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το βακτήριο δρα έμμεσα, τροποποιώντας τη σύνθεση του μικροβιώματος και ενισχύοντας τη διάσπαση των φυτικών ινών αντί του προστατευτικού βλεννογόνου του εντέρου.
«Ενθουσιαστήκαμε όταν διαπιστώσαμε ότι ένα προβιοτικό στέλεχος από μόνο του μπορούσε να έχει τόσο σημαντική επίδραση», δήλωσε ο Ge.
Δεν πρόκειται για ένα κοινό προβιοτικό
Παρότι τα προβιοτικά χρησιμοποιούνται ευρέως για την υποστήριξη της υγείας του εντέρου, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι το Faecalibacterium prausnitzii διαθέτει ιδιαίτερες ιδιότητες και δεν περιλαμβάνεται στα περισσότερα εμπορικά σκευάσματα.
Επιπλέον, πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο βακτήριο, καθώς απενεργοποιείται γρήγορα όταν εκτεθεί στο οξυγόνο και τα επίπεδά του μειώνονται εύκολα, γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη συχνή χορήγησή του για τη διατήρηση του θεραπευτικού αποτελέσματος.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι απαιτούνται κλινικές μελέτες σε ανθρώπους προτού η συγκεκριμένη προσέγγιση μπορέσει να αξιοποιηθεί θεραπευτικά.
Το επόμενο βήμα της έρευνας
Η ομάδα σχεδιάζει πλέον να διερευνήσει τους μεταβολίτες που παράγονται από το μικροβίωμα, ώστε να εντοπιστούν εκείνοι που συνδέονται με την προστασία ή, αντίθετα, με την ενεργοποίηση της φλεγμονής.
Παράλληλα, οι επιστήμονες θα εξετάσουν πώς διαφορετικά είδη υδατανθράκων και φυτικών ινών στη διατροφή επηρεάζουν τη σύνθεση του μικροβιώματος και τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η καλύτερη κατανόηση της αλληλεπίδρασης μεταξύ διατροφής, εντερικού μικροβιώματος και ανοσοποιητικού συστήματος θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για νέες, πιο στοχευμένες και ασφαλείς θεραπείες του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου στο μέλλον.
Πηγή: Medical Xpress





