Τα αντιισταμινικά, που χρησιμοποιούνται ευρέως για την ανακούφιση των αλλεργικών συμπτωμάτων, φαίνεται ότι δεν προσφέρουν ουσιαστικό όφελος στη διαχείριση του εκζέματος και ενδέχεται να προκαλούν περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από ό,τι οφέλη. Αυτό είναι το συμπέρασμα νέας επιστημονικής ανασκόπησης, η οποία δημοσιεύθηκε στο BMJ και αναμένεται να επηρεάσει τις μελλοντικές κατευθυντήριες οδηγίες για τη θεραπεία της νόσου.
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η νέα ανάλυση δίνει σαφείς απαντήσεις σε ένα ζήτημα που παρέμενε αμφιλεγόμενο εδώ και χρόνια, υπογραμμίζοντας ότι η συνήθης χορήγηση αντιισταμινικών για το έκζεμα δεν δικαιολογείται από τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα.
Τι έδειξε η μελέτη
Ερευνητές από τον Καναδά ανέλυσαν 47 κλινικές μελέτες στις οποίες συμμετείχαν περισσότεροι από 6.200 ενήλικες και παιδιά με μέτριο έως σοβαρό ατοπικό έκζεμα (ατοπική δερματίτιδα).
Η σύγκριση των αντιισταμινικών με εικονικό φάρμακο (placebo) έδειξε ότι:
- η μείωση της έντασης του εκζέματος και του κνησμού ήταν κλινικά αμελητέα,
- δεν φαίνεται να μειώνονται οι διαταραχές του ύπνου,
- δεν περιορίζονται οι εξάρσεις της νόσου.
Παράλληλα, τα αντιισταμινικά πρώτης γενιάς, τα οποία προκαλούν συχνά υπνηλία, ενδέχεται να αυξάνουν τη γνωστική έκπτωση, ενώ αρκετοί ασθενείς διακόπτουν τη θεραπεία λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών.
«Δεν υποστηρίζεται η συστηματική χρήση τους»
Οι συγγραφείς της μελέτης επισημαίνουν ότι τα ευρήματα δίνουν τέλος στη μακροχρόνια αβεβαιότητα σχετικά με τον ρόλο των αντιισταμινικών στη θεραπεία του εκζέματος.
«Τα ευρήματά μας αντιμετωπίζουν τη μακροχρόνια αβεβαιότητα γύρω από τον ρόλο των αντιισταμινικών στην ατοπική δερματίτιδα και δείχνουν ότι πιθανότατα δεν βελτιώνουν τα αποτελέσματα για τους ασθενείς, ενώ μάλλον αυξάνουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες», αναφέρουν.
Οι ίδιοι προσθέτουν:
«Τα αποτελέσματά μας δεν υποστηρίζουν τη χρήση τους στη συνήθη αντιμετώπιση της ατοπικής δερματίτιδας. Παρέχουν μια ισχυρή επιστημονική βάση για την επικαιροποίηση των θεραπευτικών οδηγιών, με έμφαση στην αποτελεσματικότητα, την ασφάλεια και την ασθενοκεντρική φροντίδα.»
Τι ισχύει σήμερα για τη θεραπεία του εκζέματος
Το έκζεμα αποτελεί μία από τις συχνότερες χρόνιες δερματοπάθειες, προκαλώντας έντονο κνησμό και φλεγμονή του δέρματος.
Οι οδηγίες προβλέπουν ότι τα αντιισταμινικά μπορεί να χρησιμοποιηθούν μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως όταν η έξαρση του εκζέματος συνοδεύεται από κνίδωση ή άλλη αλλεργική αντίδραση. Επιπλέον, η βραχυχρόνια χορήγηση κατασταλτικών αντιισταμινικών μπορεί να εξεταστεί όταν ο έντονος κνησμός διαταράσσει σοβαρά τον ύπνο.
Νέα τεχνολογία υπόσχεται καλύτερη διάγνωση του εκζέματος
Την ίδια στιγμή, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Heriot-Watt στη Σκωτία αναπτύσσουν μια νέα τεχνολογία που θα μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο διάγνωσης και παρακολούθησης του εκζέματος.
Πρόκειται για έναν καινοτόμο δονητικό ακουστικό αισθητήρα, ο οποίος εκπέμπει μικροσκοπικές δονήσεις στην επιφάνεια του δέρματος και καταγράφει τις μεταβολές στη σκληρότητα των ιστών και στην περιεκτικότητά τους σε υγρά, παρέχοντας αντικειμενικές πληροφορίες για την κατάσταση του δέρματος.
Ο καθηγητής Michael Crichton, από τη Σχολή Μηχανικής και Φυσικών Επιστημών του πανεπιστημίου, δήλωσε:
«Η τεχνολογία αυτή αντιπροσωπεύει μια θεμελιώδη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε τη διαχείριση του εκζέματος.»
Και πρόσθεσε:
«Αντί να βασιζόμαστε αποκλειστικά στην οπτική εκτίμηση, η οποία έχει αλλάξει ελάχιστα τις τελευταίες δεκαετίες και μπορεί να είναι λιγότερο αξιόπιστη σε άτομα με πιο σκούρους φωτότυπους δέρματος, ο αισθητήρας μας παρέχει αντικειμενικές μετρήσεις για όσα συμβαίνουν κάτω από την επιφάνεια του δέρματος.»
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η νέα τεχνολογία θα μπορούσε στο μέλλον να συμβάλει τόσο στην ακριβέστερη διάγνωση όσο και στην καλύτερη παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας των θεραπειών για εκατομμύρια ασθενείς με έκζεμα.
Πηγή: Independent





