Το Ηνωμένο Βασίλειο αλλά και η Ευρώπη βίωσαν φέτος τέσσερα κύματα καύσωνα, και η θερμική καταπόνηση των εργαζομένων αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αιτίες αναρρωτικών αδειών που σχετίζονται με τις καιρικές συνθήκες. Οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες μπορούν να προκαλέσουν συμπτώματα όπως εξανθήματα από τη ζέστη και κράμπες, θερμική εξάντληση και θερμοπληξία.
Πρόσφατη έρευνα σε εργαζομένους επτά κλάδων που εκτίθενται ιδιαίτερα στις κλιματικές συνθήκες δείχνει ότι τα ακραία καιρικά φαινόμενα που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή επηρεάζουν την υγεία, την ευεξία και την παραγωγικότητά τους και κατά τους ψυχρότερους μήνες.
Η Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή (Climate Change Committee), η οποία συμβουλεύει την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, αξιολόγησε πρόσφατα τους κινδύνους και τα μέτρα που απαιτούνται για τον περιορισμό των επιπτώσεων των μεταβαλλόμενων καιρικών συνθηκών. Ωστόσο, η έκθεσή της και η συζήτηση σχετικά με την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή έχουν σε μεγάλο βαθμό παραβλέψει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι.
Η προσπάθεια προσαρμογής
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως και σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου, οι εργαζόμενοι ήδη υποφέρουν από τις ολοένα και πιο έντονες καιρικές συνθήκες που αποδιοργανώνουν τον οργανισμό, ωστόσο στην προσπάθειά τους να προσαρμοστούν σε αυτές ανεπίσημα, συχνά χωρίς επαρκή υποστήριξη.
Τον Ιούνιο, η Health and Safety Executive (HSE), η αρμόδια αρχή για την ασφάλεια και την υγεία στους χώρους εργασίας στο Ηνωμένο Βασίλειο, εξέδωσε προειδοποίηση για την υγεία λόγω καύσωνα, καλώντας τους εργοδότες να λάβουν μέτρα ώστε να προστατεύσουν τους εργαζομένους από τη ζέστη – χωρίς, ωστόσο, να παρέχει σαφείς οδηγίες σχετικά με το τι θεωρείται «υπερβολικά ζεστό».
Επί του παρόντος, δεν υπάρχει νόμος στο Ηνωμένο Βασίλειο που να ορίζει τη μέγιστη επιτρεπόμενη θερμοκρασία εργασίας. Ούτε έχει πραγματοποιηθεί ολοκληρωμένη ανάλυση των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων επιπτώσεων των καυσώνων του 2022 στην υγεία των εργαζομένων στη χώρα.
Οι επιπτώσεις αυτές οφείλονται στο γεγονός ότι το κλίμα του Ηνωμένου Βασιλείου έχει μεταβληθεί με πολλούς τρόπους. Η δεκαετία 2015-2024 ήταν 10% πιο υγρή και κατά 1,24°C θερμότερη σε σύγκριση με την περίοδο 1961-1990. Τα τρία τελευταία χρόνια συγκαταλέγονται στα πέντε θερμότερα που έχουν καταγραφεί ποτέ, ενώ τον Ιούλιο του 2022 η θερμοκρασία ξεπέρασε για πρώτη φορά τους 40°C, από τα μέσα του 19ου αιώνα.
Οι επιπτώσεις στο ΑΕΠ
Ο οικονομικός αντίκτυπος αυτής της κλιματικής αλλαγής θα είναι τεράστιος. Αν και δεν υπάρχει ακόμη πλήρης εκτίμηση του κόστους για το Ηνωμένο Βασίλειο, οι εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις των καιρικών κινδύνων που προκαλούνται από το κλίμα – όπως οι ζημιές από πλημμύρες, οι καταστροφές υποδομών και η μείωση της παραγωγικότητας – προβλέπουν μείωση της αξίας του ΑΕΠ (Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος) κατά 3% έως 7%.
Υπάρχουν επίσης έμμεσες απώλειες λόγω της μειωμένης παραγωγικότητας, των απουσιών από την εργασία και της μειωμένης αποτελεσματικότητας στην απόδοση.
Η έρευνα, στην οποία συμμετείχαν 1.288 εργαζόμενοι από επτά κλάδους που εκτίθενται στις κλιματικές συνθήκες, δείχνει ότι η θερμική καταπόνηση αποτελεί πλέον μία από τις κυριότερες αιτίες αναρρωτικών αδειών που σχετίζονται με τις καιρικές συνθήκες. Το 40% των εργαζομένων που είχαν πάρει αναρρωτική άδεια λόγω καιρικών παραγόντων δήλωσαν ότι η ζέστη ήταν ένας από τους λόγους.
Όμως η ακραία ζέστη είναι μόνο ένα μέρος του προβλήματος. Το κλίμα του Ηνωμένου Βασιλείου μεταβάλλεται γρήγορα και επηρεάζει τους εργαζομένους μέσω μιας σειράς κινδύνων, όπως πλημμύρες, ξηρασία, καταιγίδες, χιόνι και πάγος, καθώς και προβλήματα που σχετίζονται με την ατμοσφαιρική ρύπανση.
Η εν λόγω έρευνα αποτελεί ουσιαστικά την πρώτη βάση δεδομένων στο Ηνωμένο Βασίλειο, πέρα από την επίδραση της ζέστης, που καταγράφει τον τρόπο με τον οποίο η κλιματική αλλαγή επηρεάζει τους εργαζομένους και τον τρόπο με τον οποίο αυτοί προσαρμόζονται στις αλλαγές.
Μεταξύ των εργαζομένων στη γεωργία, τις κατασκευές, την εκπαίδευση, τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, την ψυχαγωγία και τον αθλητισμό, τις μεταφορές, καθώς και την υγεία και την κοινωνική φροντίδα, περισσότεροι από τους μισούς (56%) δήλωσαν ότι είχαν επηρεαστεί από τουλάχιστον ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο στον χώρο εργασίας τους κατά τους τελευταίους 12 μήνες.
Παρότι υπήρχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των κλάδων ως προς τις συγκεκριμένες καιρικές επιπτώσεις, οι εργαζόμενοι στη γεωργία, στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, στις μεταφορές και τα logistics ανέφεραν τη μεγαλύτερη έκθεση σε όλες τις κατηγορίες καιρικών φαινομένων.
Μεταξύ όσων επηρεάστηκαν, τέσσερις στους δέκα (44%) εργαζομένους δήλωσαν ότι η ευεξία και η ψυχική τους κατάσταση επηρεάστηκαν αρνητικά από την ξηρασία, ενώ σχεδόν τρεις στους τέσσερις (72%) ανέφεραν αρνητικές επιπτώσεις από ακραία επεισόδια ζέστης.
Αλλαγές στην εργάσιμη ημέρα
Η οργάνωση της εργάσιμης ημέρας επηρεάζεται επίσης, καθώς 44% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι άλλαξαν το ωράριο ή τον τρόπο εργασίας τους εξαιτίας ακραίων καιρικών φαινομένων.
Οι μισοί από τους εργαζομένους που επηρεάστηκαν (50%) χρειάστηκε να μειώσουν τον χρόνο εργασίας τους. Ένας στους πέντε (18%) δήλωσε ότι χρειάστηκε να σταματήσει να εργάζεται επειδή ο εργοδότης του ανέστειλε τη λειτουργία της επιχείρησης, ενώ 14% ανέφεραν ότι πήραν άδεια από την εργασία τους.
Ωστόσο, φαίνεται ότι οι εργοδότες δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένοι ή αποφασισμένοι να αντιμετωπίσουν αυτές τις ακραίες προκλήσεις.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι, σύμφωνα με τους εργαζομένους, μόλις 26% των εργοδοτών διαθέτουν σχέδιο προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή ή σχέδιο αντιμετώπισης ακραίων καιρικών φαινομένων. Μόλις 30% των εργαζομένων δήλωσαν ότι έχουν λάβει εκπαίδευση σχετικά με τη διαχείριση των επιπτώσεων των καιρικών συνθηκών στον χώρο εργασίας.
Οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης είναι ο κλάδος στον οποίο οι περισσότεροι εργαζόμενοι θεωρούν ότι ο εργοδότης τους δεν κάνει αρκετά για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων των ακραίων καιρικών φαινομένων.
Το Trades Union Congress (TUC), η συνομοσπονδία των βρετανικών συνδικάτων, εκστρατεύει υπέρ της θέσπισης από την HSE μιας ανώτατης θερμοκρασίας εργασίας, σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές. Αυτό θα υποχρέωνε τους εργοδότες να λαμβάνουν μέτρα όταν η θερμοκρασία ξεπερνά τους 24°C και οι εργαζόμενοι αισθάνονται δυσφορία.
Μελέτες δείχνουν ότι η δημόσια υποστήριξη στις πολιτικές για το κλίμα αυξάνεται όταν τα ακραία καιρικά φαινόμενα –και το κόστος τους– συνδέονται άμεσα με την κλιματική αλλαγή.
Η θέσπιση ενός ανώτατου ορίου επιτρεπόμενης θερμοκρασίας για τους χώρους εργασίας στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι πλέον επείγουσα ανάγκη, μαζί με τη δημιουργία σαφών κανονιστικών προτύπων και πλαισίων που θα επιβάλλουν συγκεκριμένα μέτρα για την προστασία της ευημερίας των εργαζομένων.
Πηγή: THE CONVERSATION.COM





