Η υπερβολική χρήση των λεγόμενων «ανακουφιστικών» εισπνεόμενων φαρμάκων συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης και θανάτου από καρδιαγγειακά νοσήματα, όπως η καρδιακή ανεπάρκεια, το έμφραγμα και το ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο, σε ανθρώπους με άσθμα ή χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ).
Αυτό προκύπτει από νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο ERJ Open Research και βασίστηκε σε πραγματικά δεδομένα υγείας περισσότερων από 280.000 ασθενών στο Βέλγιο.
Αυξημένος κίνδυνος όσο αυξάνεται η χρήση
Οι ερευνητές εξέτασαν δεδομένα ασθενών με άσθμα και ΧΑΠ που χρησιμοποιούσαν βρογχοδιασταλτικά βραχείας δράσης, είτε β-αγωνιστές βραχείας δράσης (SABA), είτε Βραχείας διάρκειας μουσκαρινικούς ανταγωνιστές (SAMA), είτε και τους δύο τύπους.
Η ανάλυση έλαβε υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση, το ιστορικό καπνίσματος, η βαρύτητα της νόσου και άλλα νοσήματα ή φάρμακα.
Στους ασθενείς με άσθμα, η χρήση SABA συνδέθηκε με 12% υψηλότερο κίνδυνο θανάτου, ενώ στους ασθενείς με ΧΑΠ η αύξηση του κινδύνου έφτασε το 14%, σε σύγκριση με όσους δεν χρησιμοποιούσαν αυτά τα φάρμακα.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η συσχέτιση για τα SAMA: ο κίνδυνος θανάτου ήταν αυξημένος κατά 73% στους ασθενείς με άσθμα και κατά 36% στους ασθενείς με ΧΑΠ.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι η χρήση τριών ή περισσότερων εισπνεόμενων τον χρόνο συνδεόταν με αυξημένο κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με τη χρήση δύο ή λιγότερων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι ασθενείς χωρίς προηγούμενο ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου φάνηκαν να είναι περισσότερο ευάλωτοι στις καρδιαγγειακές επιπλοκές που συνδέονταν με την υπερβολική χρήση των εισπνεόμενων.
«Η υπερβολική χρήση είναι σήμα κινδύνου»
Η καθηγήτρια Lies Lahousse από το Πανεπιστήμιο Ghent στο Βέλγιο και το Erasmus MC Rotterdam στην Ολλανδία, μία από τις επικεφαλής συγγραφείς της μελέτης, επισημαίνει ότι η υπερβολική χρήση είναι αρκετά συχνή.
«Η υπερβολική χρήση βρογχοδιασταλτικών βραχείας δράσης είναι συχνή. Γνωρίζουμε ότι σχεδόν ένας στους πέντε ασθενείς με άσθμα και ένας στους τρεις ασθενείς με ΧΑΠ χρησιμοποιούν υπερβολικά αυτά τα εισπνεόμενα», αναφέρει.
«Τόσο στο άσθμα όσο και στη ΧΑΠ, διαπιστώσαμε ότι η αυξημένη χρήση αυτών των εισπνεόμενων συνδεόταν με υψηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου και θανάτου, και ο κίνδυνος συνέχιζε να αυξάνεται όσο περισσότερα εισπνεόμενα χρησιμοποιούσαν οι ασθενείς κάθε χρόνο», προσθέτει.
Η ίδια εξηγεί ότι η υπερβολική χρήση βρογχοδιασταλτικών βραχείας δράσης είναι συνήθως αποτέλεσμα ανεπαρκούς ελέγχου της νόσου.
«Τόσο η ΧΑΠ όσο και το μη ελεγχόμενο άσθμα συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου και θανάτου», σημειώνει.
Η υπερβολική χρήση, επομένως, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το ίδιο το εισπνεόμενο φάρμακο ευθύνεται για το σύνολο του αυξημένου κινδύνου. Μπορεί να αποτελεί ταυτόχρονα ένδειξη ότι η αναπνευστική νόσος βρίσκεται σε ανεπαρκή έλεγχο.
Γιατί χρειάζεται ιατρική επανεκτίμηση
Η Lahousse χαρακτηρίζει την υπερβολική χρήση «σήμα συναγερμού» που θα πρέπει να οδηγεί σε επανεκτίμηση της θεραπείας.
«Η υπερβολική χρήση βρογχοδιασταλτικών βραχείας δράσης είναι ένα σήμα συναγερμού που δείχνει ανεξέλεγκτη φλεγμονή των αεραγωγών και απαιτεί ιατρική επανεκτίμηση της θεραπείας», αναφέρει.
«Θα πρέπει να ωθεί τους ασθενείς να ελέγχουν τους πνεύμονές τους και τους επαγγελματίες υγείας να ελέγχουν τη συμμόρφωση στη θεραπεία και την τεχνική χρήσης του εισπνεόμενου, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες», προσθέτει.
Η ίδια υπογραμμίζει ότι τα βρογχοδιασταλτικά βραχείας δράσης προσφέρουν μόνο προσωρινή ανακούφιση.
«Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι τα βρογχοδιασταλτικά βραχείας δράσης χαλαρώνουν τους μυς των αεραγωγών μόνο για σύντομο χρονικό διάστημα», αναφέρει.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι το μη ελεγχόμενο άσθμα και η ΧΑΠ συνδέονται ήδη με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Τα συγκεκριμένα φάρμακα μπορεί επίσης να προκαλέσουν ως ανεπιθύμητη ενέργεια ταχύτερο ή ακανόνιστο καρδιακό ρυθμό.
«Όταν αυτό συνδυάζεται με την υπερβολική χρήση των βρογχοδιασταλτικών SABA και SAMA — τα οποία και τα δύο προκαλούν ταχύτερους, ακανόνιστους καρδιακούς ρυθμούς ως παρενέργεια — οι κίνδυνοι γίνονται ακόμη πιο έντονοι», σημειώνει.
«Η υπερβολική εξάρτηση από αυτή τη βραχυπρόθεσμη ανακούφιση μπορεί να επιτρέψει στη δραστηριότητα της υποκείμενης νόσου να εξελίσσεται χωρίς έλεγχο», προσθέτει.
Ανάγκη για στενότερη παρακολούθηση
Οι ερευνητές σχεδιάζουν τώρα να εξετάσουν κατά πόσο η υπερβολική χρήση των ανακουφιστικών εισπνεόμενων μπορεί να περιοριστεί με καλύτερη συμμόρφωση στις θεραπείες συντήρησης.
Παράλληλα, θα διερευνήσουν αν η αξιολόγηση του καρδιαγγειακού κινδύνου ή συγκεκριμένες καρδιολογικές θεραπείες μπορούν να μειώσουν τους κινδύνους για τους ασθενείς.
Στόχος είναι επίσης να διαπιστωθεί αν η καταγραφή υπερβολικής χρήσης των εισπνεόμενων στην πρωτοβάθμια περίθαλψη μπορεί να λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα, ώστε οι επαγγελματίες υγείας να επανεξετάζουν συστηματικότερα την κατάσταση των πνευμόνων και τη διαχείριση της νόσου.
Ο Dr Pavol Pobeha από την ομάδα ειδικών της European Respiratory Society για την παρακολούθηση των παθήσεων των αεραγωγών, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη, τονίζει τη σημασία της σωστής χρήσης των θεραπειών.
«Δεν υπάρχει θεραπεία που να εξαλείφει το άσθμα ή τη ΧΑΠ. Ως αποτέλεσμα, ο βασικός στόχος των γιατρών και των ασθενών είναι να ελέγχουν τα συμπτώματα και να αποτρέπουν την επιδείνωση των παθήσεων», αναφέρει.
«Η ανακούφιση με βρογχοδιασταλτικά διαδραματίζει βασικό ρόλο σε αυτή τη διαχείριση, βοηθώντας τους ασθενείς να πάρουν τον έλεγχο της υγείας τους και να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής τους, όμως είναι σημαντικό να μην εξαρτώνται από αυτές τις θεραπείες», προσθέτει.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι χρειάζονται καλύτερα συστήματα παρακολούθησης που θα προειδοποιούν όταν ένας ασθενής χρησιμοποιεί υπερβολικά συχνά βρογχοδιασταλτικά βραχείας δράσης.
«Χρειαζόμαστε βελτιωμένα συστήματα παρακολούθησης που θα δίνουν ένα προειδοποιητικό σήμα όταν οι ασθενείς χρησιμοποιούν υπερβολικά βρογχοδιασταλτικά βραχείας δράσης, επιτρέποντας στους γιατρούς να υποστηρίζουν τους ασθενείς τους με την καλύτερη θεραπεία και φροντίδα για τον έλεγχο των συμπτωμάτων», αναφέρει.
«Αυτό θα βοηθήσει τους ασθενείς και τους επαγγελματίες υγείας να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη της φαρμακευτικής αγωγής, περιορίζοντας παράλληλα τους κινδύνους», καταλήγει.
Πηγή: Medical Xpress





