Μια πρωτοποριακή διεθνής κλινική δοκιμή βρίσκεται σε εξέλιξη με στόχο να αξιολογήσει εάν μια απλή εξέταση αίματος με τρύπημα του δακτύλου μπορεί να προσφέρει έγκαιρη και αξιόπιστη διάγνωση της νόσου του Αλτσχάιμερ, ακόμη και χρόνια πριν από την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων.
Οι ειδικοί εκφράζουν αισιοδοξία ότι η νέα αυτή μέθοδος θα μπορούσε να αντικαταστήσει τις σημερινές επεμβατικές και δαπανηρές διαγνωστικές διαδικασίες, όπως οι εξειδικευμένες εγκεφαλικές απεικονίσεις και η οσφυονωτιαία παρακέντηση για τη λήψη εγκεφαλονωτιαίου υγρού.
Μια προσιτή λύση για την έγκαιρη διάγνωση
Σήμερα, η οριστική διάγνωση της νόσου του Αλτσχάιμερ απαιτεί εξετάσεις που είναι συχνά δύσκολα προσβάσιμες, κοστοβόρες και ψυχολογικά επιβαρυντικές για τους ασθενείς. Αν η νέα εξέταση αίματος αποδειχθεί αποτελεσματική, θα μπορεί να πραγματοποιείται γρήγορα και οικονομικά ακόμη και στα ιατρεία των γενικών ιατρών, διευκολύνοντας σημαντικά την έγκαιρη ανίχνευση της νόσου.
Η μελέτη διεξάγεται από τον μη κερδοσκοπικό οργανισμό ιατρικής έρευνας LifeArc και το Global Alzheimer’s Platform Foundation (Gap), με την υποστήριξη του Ινστιτούτου Έρευνας για την Άνοια του Ηνωμένου Βασιλείου (UK Dementia Research Institute – UKDRI).
Οι βιοδείκτες που «δείχνουν» Αλτσχάιμερ
Η εξέταση στοχεύει στον εντοπισμό τριών πρωτεϊνών στο αίμα που σχετίζονται στενά με τη νόσο του Αλτσχάιμερ:
-
της φωσφορυλιωμένης ταυ 217 (pTau217),
-
της γλοιακής ινώδους όξινης πρωτεΐνης (GFAP),
-
και των νευροϊνιδίων ελαφράς αλυσίδας (NfL).
Τα αποτελέσματα της εξέτασης θα συγκριθούν με εκείνα των καθιερωμένων διαγνωστικών μεθόδων, που θεωρούνται σήμερα το «χρυσό πρότυπο».
Διεθνής συμμετοχή και αντιπροσωπευτικό δείγμα
Από τους 1.000 εθελοντές που απαιτούνται για τη μελέτη, περίπου 883 έχουν ήδη εγγραφεί παγκοσμίως, προερχόμενοι από χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς. Το δείγμα περιλαμβάνει άτομα χωρίς γνωστικά προβλήματα, άτομα με ήπια γνωστική δυσλειτουργία, καθώς και ασθενείς με ήπια έως μέτρια νόσο Αλτσχάιμερ.
Σημαντικό στοιχείο της μελέτης είναι ότι περίπου το 30% των συμμετεχόντων προέρχεται από υποεκπροσωπούμενες ομάδες, ενισχύοντας την αξιοπιστία και τη γενικευσιμότητα των αποτελεσμάτων.
«Κρίσιμο βήμα για το μέλλον της διάγνωσης»
Η Δρ Giovanna Lalli, διευθύντρια στρατηγικής και λειτουργιών της LifeArc, τόνισε ότι τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί εντυπωσιακή πρόοδος στην αναγνώριση αιματολογικών βιοδεικτών για τη νόσο του Αλτσχάιμερ.
«Η ανάπτυξη φθηνότερων και πιο προσιτών εξετάσεων είναι ζωτικής σημασίας για την αντιμετώπιση αυτής της καταστροφικής πάθησης», δήλωσε, προσθέτοντας ότι ένα απλό τεστ αίματος θα μπορούσε να επιτρέψει σε περισσότερους ασθενείς να έχουν πρόσβαση σε νέα φάρμακα που βρίσκονται υπό ανάπτυξη και στοχεύουν στην επιβράδυνση της νόσου στα αρχικά της στάδια.
Ο καθηγητής Henrik Zetterberg, επικεφαλής του εργοστασίου βιοδεικτών του UKDRI, χαρακτήρισε τη μελέτη μοναδική ως προς το μέγεθος και το εύρος της, σημειώνοντας ότι, εφόσον στεφθεί με επιτυχία, «η διάγνωση του Αλτσχάιμερ με μια ελάχιστα επεμβατική και οικονομικά αποδοτική μέθοδο θα μπορούσε να φέρει επανάσταση όχι μόνο σε αυτή τη νόσο, αλλά και στη διάγνωση άλλων νευροεκφυλιστικών παθήσεων».
Η κλινική δοκιμή αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2028, με τους ερευνητές να ελπίζουν ότι τα αποτελέσματα θα ανοίξουν τον δρόμο για μια νέα εποχή στην πρόληψη και την έγκαιρη αντιμετώπιση της νόσου του Αλτσχάιμερ.
Πηγή: Independent





