Μια σημαντική επιστημονική ανακάλυψη δημιουργεί νέες προοπτικές για την έγκαιρη διάγνωση της ενδομητρίωσης, μιας χρόνιας και συχνά εξουθενωτικής γυναικολογικής πάθησης που επηρεάζει εκατομμύρια γυναίκες παγκοσμίως.
Ερευνητές του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου εντόπισαν μια χαρακτηριστική ορμονική «υπογραφή» σε γυναίκες με ενδομητρίωση, εύρημα που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια απλή εξέταση αίματος, μειώνοντας σημαντικά τον χρόνο που απαιτείται σήμερα για τη διάγνωση της νόσου.
Η ενδομητρίωση είναι μια χρόνια πάθηση κατά την οποία ιστός παρόμοιος με εκείνον που φυσιολογικά επενδύει το εσωτερικό της μήτρας αναπτύσσεται εκτός αυτής, προκαλώντας χρόνιο πυελικό πόνο, έντονες κράμπες, φλεγμονή, συμφύσεις και, σε αρκετές περιπτώσεις, προβλήματα γονιμότητας.
Αν και εκτιμάται ότι προσβάλλει περίπου μία στις δέκα γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, η διάγνωσή της εξακολουθεί να καθυστερεί σημαντικά.
Η σημασία των ανδρογόνων
Μέχρι σήμερα, η ενδομητρίωση θεωρούνταν κυρίως μια νόσος που σχετίζεται με τις γυναικείες ορμόνες, τα οιστρογόνα και την προγεστερόνη. Ωστόσο, η νέα μελέτη στρέφει το ενδιαφέρον και στα ανδρογόνα, τις ορμόνες που συνδέονται κυρίως με τον ανδρικό οργανισμό αλλά υπάρχουν φυσιολογικά και στις γυναίκες.
Οι επιστήμονες ανέλυσαν δείγματα αίματος από 159 γυναίκες με επιβεβαιωμένη ενδομητρίωση και 57 γυναίκες χωρίς τη νόσο, εστιάζοντας ιδιαίτερα στα λεγόμενα 11-οξυγονωμένα ανδρογόνα, τα οποία παράγονται κυρίως από τα επινεφρίδια.
Η ανάλυση αποκάλυψε ότι οι γυναίκες με ενδομητρίωση εμφανίζουν ένα διακριτό ορμονικό προφίλ, με αυξημένα επίπεδα της ορμόνης 11-οξυτεστοστερόνη. Με βάση αυτή τη χαρακτηριστική ορμονική «υπογραφή», οι ερευνητές κατάφεραν να αναγνωρίσουν σωστά περισσότερο από το 95% των γυναικών που έπασχαν από ενδομητρίωση.
Προοπτική για μη επεμβατική διάγνωση
Ο επικεφαλής της μελέτης, δρ Douglas Gibson από το Κέντρο Αναπαραγωγικής Υγείας του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, δήλωσε ότι τα ευρήματα αποτελούν σημαντικό βήμα στην κατανόηση της νόσου.
«Παραδοσιακά, η ενδομητρίωση θεωρείται μια διαταραχή που καθοδηγείται από τα οιστρογόνα. Η έρευνά μας δείχνει ότι οι διαφορές στα επίπεδα των ανδρογόνων μπορεί να παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο. Πιστεύουμε ότι αυτή η νέα γνώση μπορεί να οδηγήσει τόσο σε ταχύτερη διάγνωση όσο και στην ανάπτυξη νέων θεραπευτικών προσεγγίσεων», ανέφερε.
Η ερευνητική ομάδα βρίσκεται ήδη σε αναζήτηση συνεργατών από τη βιομηχανία προκειμένου να αναπτυχθεί μια διαγνωστική εξέταση αίματος βασισμένη στα νέα ευρήματα. Παράλληλα, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η καλύτερη κατανόηση του ρόλου των ανδρογόνων μπορεί να οδηγήσει και σε νέους θεραπευτικούς στόχους.
Χρειάζονται μεγαλύτερες κλινικές μελέτες
Η Emma Cox, διευθύνουσα σύμβουλος της οργάνωσης Endometriosis UK, χαρακτήρισε τα πρώτα αποτελέσματα ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι απαιτούνται μεγαλύτερες κλινικές μελέτες για να επιβεβαιωθεί η αξιοπιστία της μεθόδου.
Όπως σημείωσε, μια αξιόπιστη, μη επεμβατική εξέταση θα μπορούσε να μειώσει δραστικά τον χρόνο διάγνωσης, επιτρέποντας στις ασθενείς να αποκτήσουν νωρίτερα πρόσβαση στη θεραπεία και περιορίζοντας την εξέλιξη της νόσου.
Η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από τους οργανισμούς Wellcome και Medical Research Council, δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό European Journal of Endocrinology και πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή ερευνητών από τα Πανεπιστήμια του Λίβερπουλ, της Γλασκώβης και του Μπέρμιγχαμ.
Πηγή: Independent





