Τα παιδιά που αντιμετωπίζουν επίμονα προβλήματα ύπνου κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους ενδέχεται να διατρέχουν σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης κατάθλιψης κατά την εφηβεία και τη νεαρή ενήλικη ζωή, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη.
Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ υποστηρίζουν ότι η βελτίωση των συνηθειών ύπνου από μικρή ηλικία θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό μέτρο πρόληψης για μελλοντικά προβλήματα ψυχικής υγείας.
Η μελέτη βασίστηκε σε στοιχεία περισσότερων από 15.000 παιδιών που συμμετείχαν στη μακροχρόνια βρετανική έρευνα «Children of the 90s» (Avon Longitudinal Study of Parents and Children). Οι επιστήμονες παρακολούθησαν τη διάρκεια του νυχτερινού ύπνου από τη βρεφική ηλικία έως τα επτά έτη και στη συνέχεια αξιολόγησαν τα συμπτώματα κατάθλιψης των ίδιων ατόμων από την ηλικία των 12,5 έως και τα 22 έτη.
Σχεδόν διπλάσιος κίνδυνος
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα παιδιά που κοιμούνταν συστηματικά λιγότερο από το φυσιολογικό μεταξύ έξι μηνών και επτά ετών είχαν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες να εμφανίσουν επίμονα και σοβαρά συμπτώματα κατάθλιψης από την εφηβεία έως τη νεαρή ενήλικη ζωή.
Συνολικά, 308 συμμετέχοντες παρουσίασαν υψηλά επίπεδα καταθλιπτικών συμπτωμάτων σε όλες τις χρονικές περιόδους που εξετάστηκαν.
Η επικεφαλής της μελέτης, Δρ Isabel Morales-Munoz, εξήγησε ότι το φαινόμενο αφορά κυρίως ένα μικρό ποσοστό παιδιών με χρόνιες δυσκολίες ύπνου και όχι τις περιστασιακές διαταραχές που θεωρούνται φυσιολογικές στην παιδική ηλικία.
«Ο κακός ύπνος είναι συχνός στα παιδιά. Αυτό που συνδέθηκε με αυξημένο κίνδυνο κατάθλιψης ήταν ο επίμονα ανεπαρκής ύπνος που διαρκεί για χρόνια», τόνισε.
Ο ρόλος της φλεγμονής
Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης δείκτες φλεγμονής στο αίμα των παιδιών σε ηλικία εννέα ετών, διερευνώντας εάν η χρόνια φλεγμονή θα μπορούσε να αποτελεί έναν από τους βιολογικούς μηχανισμούς που συνδέουν τον ανεπαρκή ύπνο με την ψυχική υγεία.
Αν και τα αποτελέσματα δεν ήταν απολύτως ξεκάθαρα, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η φλεγμονή ενδέχεται να παίζει κάποιο ρόλο στην ανάπτυξη πιο σοβαρών και επίμονων μορφών κατάθλιψης.
Η συν-συγγραφέας της μελέτης, Δρ Rebekah Amos, σημείωσε ότι τα ευρήματα συμβάλλουν στην καλύτερη κατανόηση των παραγόντων που αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρής κατάθλιψης στους νέους.
Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι ο ύπνος αποτελεί έναν παράγοντα που μπορεί να τροποποιηθεί και να βελτιωθεί σχετικά εύκολα, σε αντίθεση με την αντιμετώπιση ψυχικών διαταραχών όταν αυτές έχουν ήδη εκδηλωθεί.
Μεταξύ των πρακτικών που προτείνουν για καλύτερο παιδικό ύπνο περιλαμβάνονται:
- Σταθερή ώρα ύπνου και αφύπνισης.
- Πρωιμότερη κατάκλιση όπου χρειάζεται.
- Περιορισμός της χρήσης οθονών πριν τον ύπνο.
- Καθημερινή σωματική δραστηριότητα.
- Ήρεμο και άνετο περιβάλλον στο υπνοδωμάτιο.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η έγκαιρη αντιμετώπιση των επίμονων προβλημάτων ύπνου μπορεί να προσφέρει πολλαπλά οφέλη στην ανάπτυξη και την ψυχική υγεία των παιδιών, μειώνοντας παράλληλα τον κίνδυνο εμφάνισης καταθλιπτικών συμπτωμάτων αργότερα στη ζωή.





