Η ακαδημία ζητεί την Προσθήκη των συμβεβλημένων με τον ΕΟΠΥΥ Προσωπικών Ιατρών στους ιατρούς που δύνανται να διενέργουν την ιατρική εξέταση για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας στα πλαίσια του «Εθνικού Προγράμματος για την Πρόληψη και Αντιμετώπιση Καρδιαγγειακών Κινδύνων»
Αναλυτικά η επιστολή της Ελληνικής Ακαδημίας Γενικής/Οικογενειακής Ιατρικής & Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας αναφέρει τα εξής:
«Θα θέλαμε καταρχάς να χαιρετίσουμε την πολυαναμενόμενη έναρξη του Προγράμματος για την αντιμετώπιση της Παχυσαρκίας στους ενήλικες, καθώς και την απόφασή σας για άνοιγμά του στην ΠΦΥ και όχι τον περιορισμό του σε εξειδικευμένα κέντρα παχυσαρκίας, με ισότιμη συμμετοχή σε αυτό όλων των ιατρικών ειδικοτήτων που ασχολούνται με τη διαχείριση της παχυσαρκίας στην κοινότητα, των Γενικών Οικογενειακών Ιατρών, των Παθολόγων της κοινότητας, των Παθολόγων με εξειδίκευση στο Διαβήτη και των Ενδοκρινολόγων, σύμφωνα και με την από 21.5.2025 επιστολή των φορέων της Γενικής Οικογενειακής Ιατρικής που
συντάχθηκαν με την Ελληνική Ακαδημία Γενικής Οικογενειακής Ιατρικής και ΠΦΥ και αιτούνταν τον μη αποκλεισμό των γιατρών της ΠΦΥ από την διενέργεια ιατρικής εξέτασης για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.
Με την τροποποίηση της υπ’ αριθ. πρωτ. 2126/21.02.2025 πρόσκλησης της ΗΔΙΚΑ προς τους Παρόχους Υπηρεσιών Υγείας για τη συμμετοχή στην υλοποίηση της Δράσης για τη Δημόσια Υγεία «Εθνικό Πρόγραμμα για την Πρόληψη και Αντιμετώπιση Καρδιαγγειακών Κινδύνων»για τη διενέργεια της ιατρικής εξέτασης για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας του άρθρου 10Α της υπό στοιχεία Δ1β/ΓΠοικ. 4341/27.1.2025 ΚΥΑ, όπως ισχύει, δύνανται να συμμετέχουν οι δημόσιες μονάδες παροχής υπηρεσιών υγείας που διαθέτουν ιατρό ειδικότητας Ενδοκρινολογίας/Διαβήτη/Μεταβολισμού ή/και Γενικής/Οικογενειακής Ιατρικής, ή/και Παθολογίας. Δεν δίνεται προβάδισμα στους ενδοκρινολόγους, όπως αρχικά προβλέπονταν, ενώ η δράση περιορίζεται στις δομές του ΕΣΥ με ταυτόχρονο αποκλεισμό των ιδιωτών ιατρών.
Η εφαρμογή της ανωτέρω απόφασης δημιουργεί όμως ταυτόχρονα μια παράδοξη κατάσταση με πολλαπλές ανεπιθύμητες προεκτάσεις. Οι ασθενείς που έχουν εγγραφεί σε ιδιώτες, συμβεβλημένους με τον ΕΟΠΥΥ Προσωπικούς Ιατρούς και που θα έπρεπε να θεωρηθούν πως ανήκουν στο δημόσιο σύστημα ΠΦΥ (οι ασθενείς σε αυτούς δεν πληρώνουν), υποχρεούνται από τον Πρόγραμμα να απευθυνθούν σε Προσωπικούς Ιατρούς- Γενικούς Οικογενειακούς Ιατρούς και Παθολόγους- άλλων ασθενών, παρακείμενων δομών ΠΦΥ του ΕΣΥ. Οι γιατροί αυτοί επιβαρύνονται υπέρμετρα με την παροχή φροντίδας σε ασθενείς που δεν ανήκουν σε αυτούς, με το χρόνο και τη φροντίδα να κλέβεται από τους δικούς τους ασθενείς. Η συνέχεια στη φροντίδα των ασθενών κατακερματίζεται και οδηγούμαστε σε άσκοπες- κοστοβόρες επαναλήψεις στη φροντίδα. Την ίδια στιγμή οι συμβεβλημένοι με τον ΕΟΠΥΥ Προσωπικοί Ιατροί ματαιώνονται, όταν το ζητούμενο είναι να δοθούν περισσότερα κίνητρα στους γιατρούς της ΠΦΥ για ένταξη στο θεσμό και η συμμετοχή στο Πρόγραμμα για την καταπολέμηση της Παχυσαρκίας θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πρώτης τάξης οικονομικό, αλλά κυρίως επιστημονικό κίνητρο.
Αιτούμαστε τη δυνατότητα συμμετοχής στο Πρόγραμμα και των Συμβεβλημένων με τον ΕΟΠΥΥ Προσωπικών Ιατρών Γενικής Οικογενειακής Ιατρικής και Παθολογίας που το επιθυμούν και για τους ασθενείς της λίστας τους. Η λύση αυτή επιμερίζει δίκαια το βάρος, αλλά και τα οφέλη του Προγράμματος, στους γιατρούς της ΠΦΥ, χωρίς να προκαλεί πρόσθετη δαπάνη στον προϋπολογισμό του Προγράμματος, ούτε στους ασθενείς, ευοδώνει τη συνέχεια της φροντίδας, προωθεί την σημασία του θεσμού του Προσωπικού Ιατρού στη διαχείριση των χρόνιων νοσημάτων, αυξάνει τις επιλογές μειώνοντας τις αναμονές των ασθενών μέσα στο δημόσιο σύστημα υγείας και αποφορτίζει από ένα πρόσθετο βάρος τους ήδη πολλαπλά επιβαρυμένους γιατρούς ΠΦΥ των δημοσίων δομών. Με την ευκαιρία της επιστολής για τους τελευταίους θα θέλαμε να επισημάνουμε ξανά και μετά από την 18/12/2025 επιστολή μας, την επιτακτική ανάγκη αντιμετώπισης των άδικων καθυστερήσεων από πολλές Υ.Πε. και ακόμα χειρότερα περικοπών στις αποζημιώσεις τους για τις προληπτικές δράσεις, καθώς με βεβαιότητα οδηγούν σε άρνηση πολλών συναδέλφων να συμμετέχουν σε παρόμοια προληπτικά προγράμματα, με άμεσο αντίκτυπο στην πρόληψη και προαγωγή υγείας εν τέλει του πληθυσμού για τον οποίο σχεδιάστηκαν αυτά τα προγράμματα».





