Οι ανάγκες της χώρας σε φάρμακα αυξάνονται με μεγαλύτερο ρυθμό από τη δημόσια χρηματοδότηση, διευρύνοντας συνεχώς το χρηματοδοτικό κενό. Όπως τονίζει η Ελισάβετ Προδρόμου, Γεν. Διευθύντρια της Bristol Myers Squibb Ελλάδας (BMS) και Γεν. Γραμματέας Δ.Σ. του Pharma Innovation Forum (PIF), από το 2019 έως το 2024, η συνολική δαπάνη εκτινάχθηκε από τα 5 δισ. ευρώ στα 8,45 δισ. ευρώ (αύξηση περίπου 70%), την ώρα που ο κρατικός προϋπολογισμός ενισχύθηκε μόλις κατά 19%, από 2,54 δισ. σε 3,04 δισ. ευρώ. Ως αποτέλεσμα, η συμμετοχή του Δημοσίου στη συνολική δαπάνη υποχώρησε αισθητά, από 51% σε περίπου 36%.
Η εικόνα δεν αναμένεται να βελτιωθεί στο μέλλον, αφού η συνολική φαρμακευτική δαπάνη εκτιμάται ότι μπορεί να αγγίξει τα 10,5 δισ. ευρώ έως το 2028, ενώ οι υποχρεωτικές επιστροφές της βιομηχανίας ενδέχεται να αυξηθούν κατά επιπλέον 1,5 δισ. ευρώ, εφόσον διατηρηθεί το υφιστάμενο μοντέλο χρηματοδότησης.
Όπως σημειώνει η κα Προδρόμου, «οι προκλήσεις της βιώσιμης πρόσβασης στη φαρμακευτική καινοτομία έχουν πάψει πλέον να έχουν κλαδικό χαρακτήρα και έχουν μετατραπεί σε κρίσιμο και επείγον ζήτημα δημόσιας υγείας».
Τα τελευταία χρόνια ο δημόσιος διάλογος για τη φαρμακευτική πολιτική αποκτά όλο και πιο επείγοντα χαρακτηριστικά. Ποια είναι σήμερα η βασική πρόκληση για το σύστημα υγείας στην Ελλάδα;
Η βασική πρόκληση είναι ότι η πραγματικότητα της υγείας και η συναρπαστική πρόοδος της βιοτεχνολογίας και της ιατρικής επιστήμης εξελίσσονται πολύ πιο γρήγορα από το μοντέλο χρηματοδότησης που ακολουθεί σήμερα η χώρα μας για τις καινοτόμες θεραπείες για σοβαρές χρόνιες παθήσεις. Οι ανάγκες των ασθενών αυξάνονται, ο πληθυσμός γηράσκει, το φορτίο των χρόνιων νοσημάτων μεγεθύνεται και ταυτόχρονα η επιστήμη φέρνει νέες θεραπείες που βελτιώνουν ριζικά την πρόγνωση πολλών ασθενειών.
Ωστόσο η δημόσια χρηματοδότηση των καινοτόμων θεραπειών δεν έχει προσαρμοστεί σε αυτή τη νέα πραγματικότητα. Η συνολική φαρμακευτική δαπάνη αυξάνεται ταχύτερα από τον προϋπολογισμό του κράτους. Από το 2019 έως το 2024 αυξήθηκε από 5 δισ. ευρώ σε 8,45 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου κατά 70%, ενώ ο δημόσιος προϋπολογισμός αυξήθηκε από 2,54 δισ. ευρώ σε 3,04 δισ. ευρώ, περίπου κατά 19%. Το αποτέλεσμα είναι το κράτος να καλύπτει ολοένα μικρότερο μερίδιο της συνολικής δαπάνης, από 51% το 2019 σε περίπου 36% το 2024. Αυτή η απόκλιση δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, αλλά το κεντρικό έλλειμμα της φαρμακευτικής πολιτικής σήμερα.
Η Ελλάδα εμφανίζει μακράν τα υψηλότερα επίπεδα υποχρεωτικών επιστροφών σε βάρος των φαρμακευτικών εταιρειών στην Ευρώπη. Πώς επηρεάζει αυτή η πραγματικότητα τη λειτουργία της αγοράς και τις αποφάσεις των εταιρειών σχετικά με την εισαγωγή νέων θεραπειών στη χώρα;
Αναλογιστείτε ότι αν δεν αλλάξει αυτή η δυναμική, η εικόνα θα γίνει ακόμη πιο δύσκολη τα επόμενα χρόνια. Με μετριοπαθείς εκτιμήσεις του ΣΦΕΕ [Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας], η ακαθάριστη φαρμακευτική δαπάνη μπορεί να φτάσει τα 10,5 δισ. ευρώ έως το 2028, ενώ οι επιστροφές της βιομηχανίας θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά επιπλέον 1,5 δισ. ευρώ αν διατηρηθεί το υφιστάμενο πλαίσιο δημόσιας χρηματοδότησης. Αυτό σημαίνει ότι χωρίς γενναίες και ουσιαστικές διαρθρωτικές παρεμβάσεις το σύστημα δεν οδεύει απλώς σε μεγαλύτερη πίεση, αλλά σε ένα απόλυτο αδιέξοδο.
Μία εξίσου σημαντική παράμετρος είναι ότι το clawback λειτουργεί οριζόντια σε ένα περιβάλλον όπου τα αίτια της υπέρβασης δεν είναι οριζόντια. Το σύστημα δεν βάζει στην συνολική εικόνα παραμέτρους όπως το κλινικό όφελος για την εισαγωγή μιας νέας θεραπείας, τις πραγματικές ανάγκες των ασθενών και του πληθυσμού ευρύτερα, το δημογραφικό ζήτημα που απασχολεί όλα τα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας και τις εξελίξεις της επιστήμης που όλοι οι ασθενείς δικαιούνται να έχουν πρόσβαση. Έτσι, αντί να διορθώνει τις ανισορροπίες του συστήματος, συχνά τις αναπαράγει.
Ποιες λοιπόν είναι οι συνέπειες αυτής της κατάστασης για την πρόσβαση των ασθενών στις νέες θεραπείες;
Οι συνέπειες είναι πλέον ορατές και μετρήσιμες. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της IQVIA για τον ΣΦΕΕ, μόνο 36 από τα 178 καινοτόμα φάρμακα που εγκρίθηκαν από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων την περίοδο 2021–2024 είναι διαθέσιμα στην ελληνική αγορά. Δηλαδή περίπου ένα στα πέντε. Αυτό σημαίνει ότι οι Έλληνες ασθενείς έχουν σαφώς μικρότερη πλήρη πρόσβαση σε νέες θεραπείες σε σχέση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Και το ζήτημα δεν αφορά μόνο την ταχύτητα εισαγωγής των νέων φαρμάκων, αλλά και τη συνολική ελκυστικότητα της ελληνικής αγοράς για την καινοτομία.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι η υποχρηματοδότηση της καινοτομίας αρχίζει να επηρεάζει και τη διατήρηση φαρμάκων που ήδη κυκλοφορούν. Πρόσφατα είχαμε την απόφαση εταιρείας για την απόσυρση τριών ογκολογικών και αιματολογικών φαρμάκων από την ελληνική αγορά, απόφαση που είναι σίγουρο ότι δεν λαμβάνεται με προχειρότητα αλλά συνδέεται με την βιωσιμότητα των καινοτόμων θεραπειών στην χώρα μας . Αυτό είναι ένα πολύ ισχυρό σήμα κινδύνου, καθώς δείχνει ότι οι προκλήσεις της φαρμακευτικής πολιτικής δεν είναι θεωρητικές ή μελλοντικές, είναι παρούσες στο σήμερα.
Ποια μέτρα κατά γνώμη σας συνθέτουν τη διέξοδο από τις σημερινές στρεβλώσεις και τις συνέπειες που παράγουν;
Χρειαζόμαστε μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση. Η σύνδεση των καινοτόμων θεραπειών αποκλειστικά με το κόστος είναι μία στρεβλή προσέγγιση που δεν λαμβάνει υπόψη τις εξοικονομήσεις που επιτυγχάνονται από τα επιπλέον έτη ζωής, από λιγότερες ημέρες νοσηλείας μειωμένη χρήση άλλων πόρων του συστήματος υγείας και αποφυγή πιο δαπανηρών παρεμβάσεων στο μέλλον. Επιπλέον, αγνοεί την ευρύτερη κοινωνική και μακροοικονομική αξία της καινοτομίας, όπως τη διατήρηση των ασθενών στην ενεργό εργασία, τη μείωση της επιβάρυνσης των οικογενειών και των φροντιστών, καθώς και τη συνολική ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.
Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, είναι κρίσιμο να ληφθούν άμεσα παρεμβάσεις που θα συμβάλουν στον έλεγχο του clawback. Στην κατεύθυνση αυτή, έχουμε καλέσει τα συναρμόδια υπουργεία Υγείας και Οικονομικών να αναλάβει ως οφείλει το κράτος τη χρηματοδότηση των μέτρων προστατευτισμού των φθηνότερων φαρμάκων τόσο στο νοσοκομειακό κανάλι όσο και στο retail. Πρόκειται για ένα κόστος που εκτιμάται περίπου στα 100 εκατομμύρια ευρώ ετησίως και το οποίο σήμερα επιβαρύνει δυσανάλογα τα καινοτόμα φάρμακα μέσω πρόσθετου clawback.
Παράλληλα, θεωρούμε ότι είναι απαραίτητο να υπάρξει άμεσα ένα σχέδιο εξοικόνομησης και περιορισμού της δαπάνης του ΙΦΕΤ, η οποία έχει αυξηθεί ανεξέλεγκτα τα τελευταία χρόνια και το 2025 ξεπέρασε τα 400 εκατομμύρια ευρώ. Είναι σημαντικό επίσης να τεθεί ένα σαφές όριο στη δαπάνη αυτή, πέρα από το οποίο οποιαδήποτε υπέρβαση θα πρέπει να καλύπτεται από τον δημόσιο προϋπολογισμό και όχι από τις φαρμακευτικές εταιρείες.
Σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο, θεωρούμε ότι η χώρα χρειάζεται ένα σταθερό και θεσμικά κατοχυρωμένο πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ Πολιτείας και φαρμακοβιομηχανίας. Ένα πλαίσιο που θα θέτει συγκεκριμένους στόχους για τα επόμενα χρόνια, θα συνδέει την ενίσχυση της δημόσιας χρηματοδότησης με την εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και θα επιτρέπει τη σταδιακή αποκλιμάκωση του clawback μέσα από ένα πιο προβλέψιμο και βιώσιμο σύστημα.
Ως Γενική Γραμματέας του Pharma Innovation Forum, πώς βλέπετε τον ρόλο των συνδέσμων της φαρμακοβιομηχανίας στην Ελλάδα σήμερα και στο άμεσο μέλλον και τη συμβολή τους στην άρση των αδιεξόδων που περιγράφετε;
Οι σύνδεσμοι της φαρμακοβιομηχανίας στην Ελλάδα έχουν διαδραματίσει διαχρονικά έναν σημαντικό θεσμικό ρόλο, προωθώντας συστηματικά τις θέσεις του κλάδου ιδιαίτερα σε περιόδους μεγάλης πίεσης και κρατώντας ανοιχτά τα κανάλια διαλόγου με την Πολιτεία για την ανάδειξη με τεκμηριωμένο τρόπο των προκλήσεων της αγοράς και των αναγκών των ασθενών.
Όμως οι προκλήσεις της βιώσιμης πρόσβασης στη φαρμακευτική καινοτομία έχουν πάψει πλέον να έχουν κλαδικό χαρακτήρα και έχουν μετατραπεί σε κρίσιμο και επείγον ζήτημα δημόσιας υγείας.
Στην κατεύθυνση αυτή, πρώτον, χρειαζόμαστε μια ακόμη πιο ολοκληρωμένη και συνεκτική στρατηγική για το πώς υπερασπιζόμαστε και προωθούμε τις θέσεις μας, με σαφείς στόχους, καθαρές κόκκινες γραμμές αλλά και ρεαλιστικές, κοστολογημένες προτάσεις που μπορούν να αποτελέσουν τη βάση ενός ουσιαστικού διαλόγου με την Πολιτεία.
Δεύτερον, είναι σημαντικό να συνεχίσουμε να αφουγκραζόμαστε προσεκτικά τις διαφορετικές ανάγκες όλων των εταιρειών που συμμετέχουν στους συνδέσμους, ανεξαρτήτως μεγέθους ή χαρτοφυλακίου. Τα διαφορετικά χαρακτηριστικά που συνθέτουν της αγορά μας είναι στην πραγματικότητα μια σημαντική δύναμη, γιατί αντανακλά την πολυπλοκότητα και τον πλούτο του οικοσυστήματος της φαρμακευτικής καινοτομίας.
Και τρίτον, ίσως το πιο σημαντικό σε αυτή τη συγκυρία, είναι να αξιοποιήσουμε ακόμη περισσότερο τη συλλογική δύναμη που διαθέτουμε. Αυτή είναι και η πραγματική προστιθέμενη αξία των συνδέσμων σε μια δύσκολη περίοδο. Να αξιοποιήσουμε την εμπειρία, τα insights και την τεχνογνωσία όλων των εταιρειών-μελών, ώστε να διαμορφώνουμε προτάσεις που συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των σημερινών προκλήσεων και συνεπώς στη συνολική πρόοδο της αγοράς μας.
Εφόσον καταφέρουμε να ενισχύσουμε ακόμη περισσότερο τη συλλογική μας φωνή, να συνδυάσουμε τεκμηριωμένη ανάλυση με ρεαλιστικές προτάσεις και να διαδραματίσουμε έναν ουσιαστικό και ισχυρό ρόλο στην διαμόρφωση της πολιτικής υγείας σε συνεργασία με την Πολιτεία και τους υπόλοιπους εταίρους του οικοσυστήματος του φαρμάκου, τότε είμαι αισιόδοξη ότι θα μπορέσουμε να επιτύχουμε ένα πιο ώριμο, πιο προβλέψιμο και βιώσιμο πλαίσιο για τη φαρμακευτική πολιτική στην Ελλάδα. Το οφείλουμε στους ασθενείς τους οποίους υπηρετούμε.





