Η νέα πανελλαδική προκήρυξη γιατρών που ανακοίνωσε η κυβέρνηση προκαλεί αντιδράσεις στους νοσοκομειακούς γιατρούς, με την ΕΙΝΑΠ να κάνει λόγο για εικόνα που απέχει σημαντικά από την πραγματικότητα των δημόσιων νοσοκομείων. Σύμφωνα με το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης, οι εξαγγελίες δεν καλύπτουν ούτε κατ’ ελάχιστον τις πραγματικές ανάγκες των νοσοκομείων της Αθήνας και του Πειραιά, όπου οι ελλείψεις προσωπικού παραμένουν οξυμένες.
Η ΕΙΝΑΠ επισημαίνει ότι πανελλαδικά λείπουν περισσότεροι από 6.000 ειδικευμένοι νοσοκομειακοί γιατροί, εκ των οποίων περίπου 2.500 αφορούν τα νοσοκομεία της Αττικής. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση προχωρά στην προκήρυξη μόλις 1.130 θέσεων σε όλη τη χώρα και μόνο 350 στο λεκανοπέδιο της Αθήνας.
Παράλληλα, οι νοσοκομειακοί γιατροί καταγγέλλουν ότι δεν τηρείται ούτε ο κανόνας της αναπλήρωσης «μία πρόσληψη για κάθε αποχώρηση», γεγονός που οδηγεί σε περαιτέρω αποδυνάμωση των ήδη υποστελεχωμένων μονάδων υγείας. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρεται το Νοσοκομείο Νίκαιας, για το οποίο η ΕΙΝΑΠ έχει εκδώσει ξεχωριστή ανακοίνωση.
Σύμφωνα με την Ένωση, ακόμη και τα αιτήματα των διοικήσεων των νοσοκομείων για κάλυψη των πιο επείγουσων αναγκών περικόπηκαν. Ενδεικτικά, στο Νοσοκομείο Αττικόν ζητήθηκαν 37 θέσεις, ωστόσο εγκρίθηκαν μόλις 27, εκ των οποίων τέσσερις αφορούν τη μονάδα της Αγίας Βαρβάρας.
Η ΕΙΝΑΠ σημειώνει επίσης ότι σημαντικός αριθμός των θέσεων αφορά μονιμοποίηση ήδη υπηρετούντων επικουρικών γιατρών και όχι νέες προσλήψεις, υπογραμμίζοντας ότι πολλοί εργαζόμενοι οδηγούνται σε μόνιμη σχέση εργασίας έπειτα από χρόνια εργασιακής ανασφάλειας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις συνθήκες εργασίας στα υποστελεχωμένα τμήματα, όπου –όπως τονίζεται– η προκήρυξη μίας μόνο θέσης δεν αρκεί για να προσελκύσει νέους γιατρούς, καθώς οι συνθήκες υπερεργασίας και υπερεφημέρευσης παραμένουν αποτρεπτικές.
Η Ένωση καλεί την κυβέρνηση να προχωρήσει άμεσα στην προκήρυξη όλων των κενών οργανικών θέσεων και σε ουσιαστικές αυξήσεις αποδοχών για τους νοσοκομειακούς γιατρούς, υποστηρίζοντας ότι χωρίς βελτίωση των μισθολογικών και εργασιακών συνθηκών δεν μπορεί να ανακοπεί το κύμα παραιτήσεων και φυγής γιατρών στο εξωτερικό.





