«Η ψωρίαση είναι μια νόσος από την οποία πάσχουν εκατοντάδες χιλιάδες συνάνθρωποί μας. Πρόκειται για μια γενοδερματοπάθεια, κατά την οποία κύτταρα της επιδερμίδας πολλαπλασιάζονται πάρα πολύ γρήγορα και αντί να φτάσουν στην κερατίνη σ’ έναν μήνα φτάνουν σε δυο-τρεις μέρες, δεν απολεπίζονται και δημιουργείται η χαρακτηριστική πλάκα με το λέπι», αναφέρει ο κ. Κωνσταντίνος Μηλεούνης, Διευθυντής Δερματολόγος-Αφροδισιολόγος στο Metropolitan Hospital και συνεχίζει: «Μια θεραπευτική επιλογή είναι τα φωτόλουτρα, όπου μπαίνει ο πάσχων σε μια ειδική καμπίνα, φορά ειδικά γυαλιά και δέχεται την ευεργετική δράση της υπεριώδους ακτινοβολίας. Μάλιστα, αντί να πάει σε μονάδες παροχής συγκεκριμένων υπηρεσιών υγείας, μπορεί να πάει στην παραλία και να κάνει θεραπεία διασκεδάζοντας. Η έκθεση, ωστόσο, πρέπει να είναι σταδιακή, λελογισμένη για να αποφευχθεί το έγκαυμα, ενώ ασφαλώς συνιστάται η χρήση αντηλιακού, ιδιαίτερα στο πρόσωπο», σημειώνει.
Λύκος και λεύκη
«Υπάρχουν όμως και νοσήματα που επιδεινώνονται κατά την καλοκαιρινή περίοδο. Από τα αυτοάνοσα νοσήματα, ο πιο γνωστός είναι ο λύκος. Μπορεί να επιδεινωθεί το καλοκαίρι, άρα χρειάζεται προσοχή στην έκθεση στον ήλιο. Επίσης, ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται να επιδείξουν όσοι λαμβάνουν αντικαρκινική θεραπεία, είτε χημειοθεραπεία, είτε ανοσολογική θεραπεία. Και στα 2 είδη θεραπειών υπάρχουν φάρμακα που όταν τα λαμβάνει κάποιος φωτοευαισθητοποιείται, κοκκινίζει, έχει φαγούρα, άρα όσοι κάνουν αντικαρκινική θεραπεία, καλό είναι να προτιμούν σκιερά μέρη, φορώντας μακρύ πουκάμισο και αντηλιακό.
Ακόμα, όσοι έχουν λεύκη χρειάζεται να δείχνουν ιδιαίτερη μέριμνα το καλοκαίρι, αφού οι αμελανωτικές περιοχές είναι απροστάτευτες και καίγονται εύκολα. Αντίθετα, οι υγιείς μαυρίζουν εύκολα, αυξάνεται η χρωματική αντίθεση και το χρωματικό καμουφλάζ που κάνουμε συχνά δεν σημαίνει ότι παρέχει και αντηλιακή προστασία. Άρα, ο έχων λεύκη, πρέπει να δείχνει ξεχωριστή μέριμνα απέναντι στον ήλιο», προσθέτει.
Τι μπορούμε να κάνουμε για τα τσιμπήματα των τσιμπουριών και ποιες είναι οι πιθανές επιπλοκές;
Τα τσιμπήματα των τσιμπουριών είναι ένα συχνό πρόβλημα το καλοκαίρι. Πρόκειται για μικρά παράσιτα, τα οποία το καλοκαίρι έχουν αυξημένη κινητικότητα. Παράλληλα, εμείς φοράμε πιο ελαφριά ρούχα, άρα υπάρχει αυξημένη πρόσβαση στο δέρμα μας.
«Πολύ συχνά, όταν εμείς βλέπουμε ένα ξένο σώμα, με μια βεβιασμένη κίνηση διώχνουμε το σώμα αλλά το καλά καθηλωμένο κεφάλι μένει μέσα και προκαλεί αντίδραση ξένου σώματος. Δημιουργείται ένα σπυράκι ή μια βλατίδα ενοχλητική, κνησμώδης που μπορεί να μας ταλαιπωρήσει για μήνες. Σ’ αυτήν την περίπτωση πρέπει να γίνει χειρουργική αφαίρεση. Αν είχαμε καταλάβει εξαρχής ότι είναι τσιμπούρι θα μπορούσαμε είτε με μια πολύ λεπτή λαβίδα να βγάλουμε το κεφάλι, είτε με ένα λεπιδάκι να εκριζώσουμε το κεφάλι, ίσως και λίγο μέρος από το δέρμα μας.
Ένα ακόμη πρόβλημα που δημιουργούν τα τσιμπήματα των τσιμπουριών είναι οι νόσοι που μεταδίδονται και συγκεκριμένα για την περιοχή μας η νόσος του Lyme. Άρα ένα μήνα μετά το τσίμπημα οφείλουμε να κάνουμε εξέταση αντισωμάτων για Borelia Burgdorferi και εάν είναι θετική θα χρειαστεί να πάρουμε αντιβίωση για την αντιμετώπιση του μικροβίου», εξηγεί ο ειδικός.
Για ποιο λόγο, αν και η χώρα μας χαρακτηρίζεται από έντονη ηλιοφάνεια, έχουμε έλλειψη βιταμίνης D; Τι μπορούμε να κάνουμε;
«Πηγή της βιταμίνης D είναι η παραγωγή της από την υπεριώδη ακτινοβολία στην οποία εκτίθεται το δέρμα μας και η λήψη τροφών που έχουν βιταμίνη D. Στην Ελλάδα στηριζόμαστε μόνο στο πρώτο στοιχείο. Δυστυχώς έχουμε καταργήσει το δεύτερο. Ως προς τις τροφές, η βιταμίνη D κατά κύριο λόγο υπάρχει στο λιπαρό ψάρι, όπως είναι η ρέγγα, η σαρδέλα, το σκουμπρί και ο σολομός.
Ασφαλώς, αν έχουμε έλλειψη βιταμίνης D θα πάρουμε διατροφικό συμπλήρωμα και θα προσπαθήσουμε να βελτιώσουμε τη διατροφή μας. Εν γένει, λοιπόν, χρειάζεται σταδιακή και λελογισμένη έκθεση στον ήλιο, σε συνδυασμό με σωστή διατροφή», τονίζει.
«Για την αντιμετώπιση όλων αυτών των δερματικών παθήσεων και πολλών ακόμα, η διάγνωση επιτυγχάνεται με την κλινική εξέταση, τη δερματοσκόπηση, τη λήψη τεμαχιδίου δέρματος για ιστολογική εξέταση, μέσω της βοήθειας άλλων ιατρικών τμημάτων π.χ. ανίχνευση και ταυτοποίηση HPV ή απλού έρπητα σε τμήμα Μοριακής Βιολογίας, καθώς και με την καλλιέργεια ρινισμάτων όνυχος για την διάγνωση ονυχομυκητίασης. Παράλληλα, η θεραπεία μπορεί να είναι συντηρητική ή επεμβατική. Επεμβατικά γίνεται με καταστροφή βλαβών με τη βοήθεια κρυοθεραπείας ή διαθερμοπηξίας, αλλά και με χειρουργική αφαίρεση βλαβών», καταλήγει ο κ. Μηλεούνης.





