Επιπλέον, τα συστήματα υγείας της ΕΕ και η ευρύτερη οικονομία θα επωφεληθούν επίσης από επιπλέον χρηματοδότηση ύψους 4 δισ. ευρώ ετησίως, τη δημιουργία 18.000 νέων θέσεων εργασίας και την αποτροπή τριών εκατομμυρίων ημερών ασθενείας, σύμφωνα με νέα έρευνα της Frontier Economics, που δημοσιεύθηκε από την EFPIA.
Αύξηση της τάξεως του 11% στις μελέτες αποτελεί τον νέο στόχο που έθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων και οι Επικεφαλής των Οργανισμών Φαρμάκων (HMA).
Μια ευκαιρία για ηγετικό ρόλο
Πέρα από την επίτευξη των υφιστάμενων στόχων της ΕΕ, η ανάλυση εξετάζει δύο επιπλέον σενάρια «τι θα γινόταν εάν». Αυτοί οι πιο φιλόδοξοι στόχοι καταδεικνύουν τις ευκαιρίες για την Ευρώπη, εάν επιλέξει να αποκαταστήσει την ελκυστικότητά της για την κλινική έρευνα.
Η ανάκτηση των «χαμένων κλινικών μελετών» της Ευρώπης –εκείνων που έχουν μετακινηθεί εκτός της περιοχής από το 2013- θα απαιτούσε αύξηση 25% στη δραστηριότητα μελετών και θα απέφερε 8,9 δισ. ευρώ σε επιπλέον Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία και 79.000 περισσότερες θέσεις σε κλινικές μελέτες.
Ένα τρίτο, πιο φιλόδοξο σενάριο, στο οποίο η Ευρώπη καλύπτει το χάσμα και συμβαδίζει με τις κορυφαίες χώρες παγκοσμίως -τις ΗΠΑ και την Κίνα- θα απαιτούσε αύξηση 50% στη δραστηριότητα, απελευθερώνοντας έως και 17,9 δισ. ευρώ για την ευρωπαϊκή οικονομία και 158.000 επιπλέον θέσεις σε μελέτες.
Αξία κλινικών μελετών – Το τρέχον τοπίο
Η έρευνα εκτιμά ότι οι κλινικές μελέτες που χρηματοδοτούνται από τη βιομηχανία παράγουν ήδη 35,7 δισ. ευρώ σε οικονομική αξία ετησίως σε ολόκληρο τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ), συνδυάζοντας 21,7 δισ. ευρώ από την ίδια τη δραστηριότητα των κλινικών μελετών, 3,6 δισ. ευρώ από οφέλη στην Έρευνα & Ανάπτυξη και 10,4 δισ. ευρώ από τη βελτιωμένη παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού μέσω της αποτροπής 26,9 εκατ. ημερών ασθενείας. Συνολικά, αυτή η δραστηριότητα στηρίζει 165.000 θέσεις εργασίας σε ολόκληρη την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων άνω των 45.000 θέσεων στην κλινική έρευνα και άνω των 120.000 θέσεων που συνδέονται με τις έμμεσες και επαγόμενες επιπτώσεις αυτής της δραστηριότητας.
Το ρεαλιστικό πρώτο βήμα
Η επίτευξη αυτού του στόχου θα ισοδυναμούσε με περίπου 500 επιπλέον διεθνείς μελέτες τα επόμενα πέντε έτη, αυξάνοντας τον αριθμό από 900 σε 1.000 ετησίως.
Αυτός ο στόχος θα αποτελούσε ένα ουσιαστικό πρώτο βήμα για την αντιστροφή μιας δεκαετούς πτώσης του μεριδίου της Ευρώπης στις παγκόσμιες κλινικές μελέτες που χρηματοδοτούνται από τη βιομηχανία, το οποίο μειώθηκε από 22% το 2013 σε 12% το 2023. Κατά την ίδια περίοδο, ο αριθμός των μελετών αυξήθηκε παγκοσμίως, ενώ το μερίδιο της Κίνας αυξήθηκε σημαντικά από 8% το 2013 σε 18% το 2023.
Η Γερμανία παράγει την υψηλότερη άμεση Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία από τη δραστηριότητα κλινικών μελετών, άνω των 3 δισ. ευρώ, ακολουθούμενη από τη Γαλλία (1,8 δισ. ευρώ) και το Βέλγιο (1,7 δισ. ευρώ).
Η έκθεση εκτιμά επίσης ότι η ταχύτερη υιοθέτηση νέων θεραπειών που αναπτύσσονται μέσω κλινικών μελετών της βιομηχανίας αποτρέπει 26,9 εκατ. ημέρες ασθενείας σε ολόκληρο τον ΕΟΧ κάθε χρόνο, ισοδύναμες με 10,4 δισ. ευρώ σε Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία. Η Γερμανία καταγράφει το μεγαλύτερο όφελος παραγωγικότητας (9,1 εκατ. αποτραπείσες ημέρες ασθενείας), ακολουθούμενη από τη Γαλλία (4,8 εκατ.) και την Ισπανία (3,4 εκατ.). Προηγούμενη έκθεση έδειξε ότι η Ισπανία είχε ξεπεράσει τη Γερμανία ως η χώρα με τον υψηλότερο αριθμό έναρξης κλινικών μελετών.
Γιατί έχει σημασία
Οι κλινικές μελέτες παρέχουν στους ασθενείς πρόσβαση σε δυνητικά σωτήριες θεραπείες 10-15 χρόνια πριν γίνουν ευρέως διαθέσιμες, ενώ παράλληλα ενισχύουν τα συστήματα υγείας που παρέχουν αυτή τη φροντίδα. Ενσωματώνοντας την έρευνα στην καθημερινή κλινική πρακτική, οι δοκιμές υποστηρίζουν καλύτερες θεραπευτικές αποφάσεις, ταχύτερη υιοθέτηση της καινοτομίας και βελτιωμένα αποτελέσματα για τους ασθενείς –συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν συμμετέχουν άμεσα στις μελέτες . Η επίτευξη της προβλεπόμενης αύξησης της δραστηριότητας των μελετών θα αποτελούσε ουσιαστικό βήμα για την αποκατάσταση του οικοσυστήματος κλινικής έρευνας της Ευρώπης μετά από μια δεκαετία πτώσης, προς όφελος των Ευρωπαίων ασθενών, των συστημάτων υγείας και της ευρύτερης οικονομίας.
Οι πρόσφατες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, συμπεριλαμβανομένου του EU Biotech Act και της πρωτοβουλίας ACT EU, καθώς και οι ανανεωμένες εθνικές προσπάθειες για τη δημιουργία ενός πιο εναρμονισμένου και ευέλικτου οικοσυστήματος κλινικής έρευνας, αποτελούν ένα σημαντικό πρώτο βήμα προς την αναδόμηση της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης.
Η Nathalie Moll, Γενική Διευθύντρια της EFPIA, δήλωσε: «Δεν υπάρχει κανένα μειονέκτημα στη φιλοξενία κλινικών μελετών στην Ευρώπη, μόνο οφέλη για την υγεία και την οικονομία για τους ασθενείς και την κοινωνία. Η επίτευξη των στόχων της ΕΕ πρέπει να είναι το απόλυτο ελάχιστο στο οποίο οφείλουμε να στοχεύουμε. Ένα δυναμικό οικοσύστημα έρευνας και ανάπτυξης θα οδηγήσει σε καλύτερα αποτελέσματα υγείας για τους Ευρωπαίους, πιο βιώσιμα και ανθεκτικά συστήματα υγείας και σημαντική οικονομική ανάπτυξη. Άλλες χώρες το έχουν αναγνωρίσει και έχουν δράσει. Είναι καιρός η Ευρώπη να επιλέξει να κάνει το ίδιο».





