Ενθαρρυντικά και ελπιδοφόρα είναι τα αποτελέσματα της μελέτης Φάσης 3 ATLAS UC, η οποία αξιολογεί το tulisokibart, ένα υπό διερεύνηση εξανθρωποποιημένο μονοκλωνικό αντίσωμα που στοχεύει την κυτταροκίνη τύπου 1A [παρόμοια με τον παράγοντα νέκρωσης όγκων (TL1A)], σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρά ενεργή ελκώδη κολίτιδα.
Η μελέτη πέτυχε το κύριο καταληκτικό σημείο της, που είναι η κλινική ύφεση σύμφωνα με τον Τροποποιημένο Δείκτη Mayo (Modified Mayo Score – MMS) στις 12 εβδομάδες, καθώς και βασικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία. Σε συμφωνία με τα ήδη δημοσιευμένα αποτελέσματα της Φάσης 2, δεν εντοπίστηκαν θέματα ασφάλειας.
Το tulisokibart είναι ένα υπό διερεύνηση εξανθρωποποιημένο μονοκλωνικό αντίσωμα που στοχεύει έναν νέο στόχο, την TL1A, η οποία σχετίζεται τόσο με τη φλεγμονή του εντέρου όσο και με την ίνωση (ανοσο ίνωση). Πιστεύεται ότι το tulisokibart δεσμεύεται τόσο στη διαλυτή όσο και στη μεμβρανική μορφή της TL1A.
Το tulisokibart μελετάται για τη θεραπεία ανοσομεσολαβούμενων φλεγμονωδών νοσημάτων, όπως η ελκώδης κολίτιδα, η νόσος του Crohn, η διάμεση πνευμονική νόσος σχετιζόμενη με συστηματική σκλήρυνση, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η ψωριασική αρθρίτιδα, η αξονική σπονδυλαρθρίτιδα με ακτινογραφικά ευρήματα και η διαπυητική ιδρωταδενίτιδα.
Η ελκώδης κολίτιδα και η σημασία της ανοσο-ίνωσης
Η ελκώδης κολίτιδα είναι μία από τις συχνότερες μορφές φλεγμονώδους νοσήματος του εντέρου και αποτελεί χρόνια, προοδευτική νόσο ανοσο ίνωσης που επηρεάζει το παχύ έντερο και το ορθό.
Σύγχρονα δεδομένα υποδεικνύουν ότι, η ελκώδης κολίτιδα δεν περιορίζεται μόνο στον βλεννογόνο, αλλά περιλαμβάνει και βαθύτερες διατοιχωματικές αλλοιώσεις με ίνωση στο τοίχωμα του παχέος εντέρου.
Εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως ζουν με ελκώδη κολίτιδα, ενώ τα συμπτώματα μπορεί να είναι απρόβλεπτα και να επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα ζωής.
Η νόσος συχνά ακολουθεί μια πορεία εξάρσεων και υφέσεων και τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν: διάρροια, αιμορραγία από το ορθό, κοιλιακό άλγος, επιτακτική ανάγκη για κένωση και απώλεια βάρους. Πολλοί ασθενείς δεν επιτυγχάνουν επαρκή έλεγχο της νόσου παρά τη διαθεσιμότητα των υφιστάμενων θεραπειών.
Η ανοσο ίνωση είναι η διαδικασία κατά την οποία η φλεγμονή και η ενεργοποίηση των ινοβλαστών οδηγούν στη δραστηριότητα και την εξέλιξη της νόσου σε πολλές αυτοάνοσες καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένης της ελκώδους κολίτιδας. Τα νοσήματα ανοσο ίνωσης είναι χρόνιες, προοδευτικές παθήσεις που χαρακτηρίζονται από διαταραχή του ανοσοποιητικού συστήματος, φλεγμονή, και ενεργοποίηση των ινοβλαστών.
Η επίδραση της ανοσο ίνωσης μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τη νόσο, το το στάδιο και τον ασθενή.
Η πολυπλοκότητα της ανοσο ίνωσης αναδεικνύει την ανάγκη για θεραπείες που στοχεύουν τόσο τη φλεγμονή όσο και την ίνωση.
Τι έδειξε η μελέτη ATLAS UC
Πιο αναλυτικά η μελέτη ATLAS UC, ένα πρόγραμμα Φάσης 3, τυχαιοποιημένο, διπλά τυφλό, ελεγχόμενο με εικονικό φάρμακο (placebo), έχει σχεδιαστεί να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του tulisokibart σε ενήλικες με μέτρια έως σοβαρά ενεργή ελκώδη κολίτιδα.
Το πρόγραμμα ATLAS UC αποτελείται από δύο ανεξάρτητες μελέτες: τη Μελέτη 1, η οποία περιλαμβάνει θεραπεία επαγωγής και συντήρησης και τη Μελέτη 2, η οποία περιλαμβάνει μόνο θεραπεία επαγωγής.
Η Μελέτη 2 διερευνά κατά πόσο τουλάχιστον μία δόση tulisokibart είναι ανώτερη του placebo ως προς το ποσοστό των συμμετεχόντων που επιτυγχάνουν κλινική ύφεση, σύμφωνα με τον Τροποποιημένο Δείκτη Mayo (Modified Mayo Score – MMS) στις 12 εβδομάδες.
Οι συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν είτε, μια υψηλή δόση tulisokibart ενδοφλεβίως (IV), μια χαμηλή δόση tulisokibart ενδοφλεβίως ή ενδοφλέβιο placebo. Βασικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία στις 12 εβδομάδες περιλαμβάνουν το ποσοστό ασθενών που εμφάνισαν ενδοσκοπική βελτίωση, το ποσοστό ασθενών που πέτυχαν κλινική ανταπόκριση βάσει MMS και το ποσοστό ασθενών που παρουσίασαν ιστολογική ενδοσκοπική βελτίωση του βλεννογόνου.
Όπως προέκυψε από την ανάλυση των δεδομένων, η θεραπεία πέτυχε το κύριο καταληκτικό σημείο της, δηλαδή την κλινική ύφεση της νόσου στις 12 εβδομάδες, καθώς και τα βασικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία της μελέτης.





