Μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό «Αθήνα 984», τόνισε ότι «ο ιός του Δυτικού Νείλου έχει εγκατασταθεί στην Ελλάδα από το 2010 και κάθε καλοκαίρι δημιουργεί επιδημικές εξάρσεις».
Υπογράμμισε ότι «φέτος έχουμε ένα ιδιαίτερα έντονο επιδημικό κύμα και καταγράφονται περισσότερα περιστατικά σε σχέση με τα τελευταία χρόνια», προσθέτοντας ότι αυτή η εικόνα καθιστά ακόμη πιο σημαντική την έγκαιρη εφαρμογή των μέτρων πρόληψης.
«Η καταπολέμηση των κουνουπιών δεν θα πρέπει να ξεκινά όταν έχει ήδη εκδηλωθεί το επιδημικό κύμα αλλά αρκετούς μήνες νωρίτερα. Πρέπει να εφαρμόζουμε τα κατάλληλα μέτρα παντού, νωρίς την άνοιξη, προκειμένου να είναι πιο δραστική και αποτελεσματική η διαχείριση της κατάστασης και για να έχουμε μείωση των κουνουπιών στην έναρξη του καλοκαιριού», εξήγησε.
Ήδη, όπως είπε, πραγματοποιούνται επιπρόσθετες παρεμβάσεις σε περιοχές όπου υπάρχουν λιμνάζοντα νερά, με στόχο τον περιορισμό του πληθυσμού των κουνουπιών.
«Ψεκασμοί όσο πιο νωρίς γίνεται»
Σε ερώτημα για τους ψεκασμούς ο κ. Τσακρής είπε τα εξής: «Ο ιός μεταφέρεται από τα άγρια πτηνά, στα κουνούπια και μετά στον άνθρωπο. Πίσω από ένα με δύο κρούσματα του ιού του Δυτικού Νείλου που καταγράφονται, κρύβονται πάνω από 100 με 200 κρούσματα που δεν έχουν συμπτώματα. Είναι πολύ μεγαλύτερη η επίπτωση της λοίμωξης σε σχέση με αυτή που καταγράφεται κάθε χρόνο σε διάφορες περιοχές. Γι' αυτό και είναι κρίσιμο οι Περιφέρειες να μην περιμένουν την έναρξη του επιδημικού κύματος για να κινητοποιηθούν. Πρέπει να εκτελούν τα σχετικά προγράμματα από νωρίς την άνοιξη, να προχωρούν δηλαδή οι απαραίτητοι ψεκασμοί και οι άλλες μέθοδοι που εφαρμόζονται ώστε να έχουμε πολύ καλύτερα αποτελέσματα όταν πια ξεκινάει το επιδημικό κύμα».
«Να μην υπάρξει εγχώρια μετάδοση της ελονοσίας»
Όσον αφορά την ελονοσία ο καθηγητής ανέφερε πως «πρέπει να γίνεται έγκαιρη διάγνωση των νέων περιστατικών ελονοσίας που είναι εισαγόμενα στη χώρα μας και να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα πρόληψης ώστε να μην έχουμε εγχώρια εξάπλωση. Η κλιματική αλλαγή, η μετακίνηση πληθυσμών και η μετανάστευση αποτελούν παράγοντες που μπορούν να ευνοήσουν την εξάπλωση της νόσου, γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη συνεχή επιτήρηση».
Καρκίνος και mRNA εμβόλια
Τέλος αναφερόμενος στα εμβόλια με τεχνολογία mRNA, ο κ. Τσακρής τόνισε: «Έχουμε ήδη δει τα πρώτα πολύ ενθαρρυντικά αποτελέσματα από τις μελέτες για το μελάνωμα, έναν τύπο καρκίνου που έχει μεγάλη θνητότητα. Τα συγκεκριμένα εμβόλια δεν αποτελούν προληπτικό εμβολιασμό για τον γενικό πληθυσμό αλλά χορηγούνται εξατομικευμένα για τον κάθε ασθενή. Οι μελέτες εξετάζουν παράλληλα τον συνδυασμό των mRNA εμβολίων με ανοσοθεραπεία ενώ η έρευνα επεκτείνεται και σε άλλες μορφές καρκίνου».





