Θλίψη και έντονες αντιδράσεις προκαλεί ο θάνατος 55χρονης νοσηλεύτριας στο Νοσοκομείο Ναυπλίου, η οποία κατέληξε το απόγευμα της εφημερίας της, ενώ βρισκόταν σε υπηρεσία στα επείγοντα.
Σύμφωνα με καταγγελία του προέδρου της ΠΟΕΔΗΝ, Μιχάλη Γιαννάκου, η τραγική εξέλιξη σημειώθηκε σε συνθήκες αυξημένης πίεσης, όταν στο τμήμα επείγοντων περιστατικών μεταφέρθηκαν πέντε τραυματίες Ρομά από τροχαίο, μεταξύ των οποίων ένα σοβαρά τραυματισμένο παιδί, συνοδευόμενοι από δεκάδες άτομα.
Όπως αναφέρει ο κ. Γιαννάκος, εκείνη την ώρα στο νοσοκομείο δεν υπήρχε ενεργή εφημερία, ενώ στο ΤΕΠ υπηρετούσαν δύο νοσηλεύτριες, οι οποίες κλήθηκαν να διαχειριστούν ταυτόχρονα την υποδοχή και τη σταθεροποίηση των τραυματιών, μέσα σε ιδιαίτερα τεταμένο κλίμα.
Ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ υποστηρίζει ότι υπήρξε άμεση κινητοποίηση του προσωπικού για την αντιμετώπιση των περιστατικών, με αποτέλεσμα τη σταθεροποίηση του παιδιού και τη διακομιδή του στο Νοσοκομείο Άργους.
Ωστόσο, σύμφωνα πάντα με την ίδια καταγγελία, η παρουσία μεγάλου αριθμού συνοδών δημιούργησε έντονη αναστάτωση και πίεση στο προσωπικό. Όπως υπογραμμίζει ο κ. Γιαννάκος, η μεταφορά του παιδιού δεν ικανοποίησε τους Ρομά " οι οποίοι δημιούργησαν μεγάλη ένταση. Έβριζαν, φώναζαν".
Δεύτερη τραγωδία
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η 55χρονη νοσηλεύτρια υπέστη ανακοπή καρδιάς. Παρά τις προσπάθειες ανάνηψης από το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, δεν κατέστη δυνατό να επανέλθει.
Ο θάνατός της έχει προκαλέσει βαθιά θλίψη στους συναδέλφους της και στην τοπική υγειονομική κοινότητα.
Σύμφωνα με τον κ. Γιαννάκο, η εκλιπούσα είχε βιώσει στο παρελθόν μια ακόμη βαριά προσωπική απώλεια, καθώς είχε χάσει το παιδί της πριν από τρία χρόνια. Όπως αναφέρεται, η οικογένειά της είχε αποφασίσει να διαθέσει χρήματα που είχαν συγκεντρωθεί στη μνήμη του παιδιού, προσφέροντάς τα στο νοσοκομείο.
Αντιδράσεις και αιχμές για τις συνθήκες στα νοσοκομεία
Ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ, σχολιάζοντας το περιστατικό, αναφέρθηκε στις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες εργασίας στα δημόσια νοσοκομεία και στην πίεση που δέχεται το προσωπικό, επισημαίνοντας ότι «οι ασθενείς και οι συνοδοί δεν έχουν πάντα δίκιο» και ότι απαιτείται σεβασμός προς τα όρια αντοχής των εργαζομένων.
«Επιτέλους πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι εργαζόμενοι στην υγεία έχουν συγκεκριμένα όρια αντοχής», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η υπόθεση αναδεικνύει για ακόμη μία φορά τα ζητήματα υποστελέχωσης, πίεσης και έντασης που αντιμετωπίζουν τα δημόσια νοσοκομεία, ιδιαίτερα στα τμήματα επειγόντων περιστατικών.
Οι αρχές και η διοίκηση του νοσοκομείου δεν έχουν μέχρι στιγμής τοποθετηθεί επίσημα για τις συνθήκες του συμβάντος.





