Η πλασμαφαίρεση έχει εδώ και δεκαετίες συγκεκριμένη θέση στην ιατρική, κυρίως σε σοβαρές παθήσεις όπου η απομάκρυνση ουσιών από το πλάσμα μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο μέρος της θεραπείας.
Η αξιοποίησή της, όμως, σε υγιείς ανθρώπους με στόχο την αντιγήρανση ή την «ευζωία» είναι διαφορετικό ζήτημα. Μέχρι σήμερα δεν έχει αποδειχθεί ότι η διαδικασία παρατείνει τη ζωή ή καθυστερεί τη γήρανση. Αντιθέτως, μπορεί να συνοδεύεται από κινδύνους.
Όπως ξεκαθαρίζει στο News4Health ο Καθηγητής Θεραπευτικής Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής στο Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», Θάνος Δημοπουλος, η πλασμαφαίρεση είναι ιατρική πράξη με αυστηρό ιατρικό πρωτόκολλο που επιβάλλεται να γίνει σε νοσοκομειακό περιβάλλον αποκλειστικά.
Μια θεραπεία με συγκεκριμένο ιατρικό ρόλο
Όπως τόνισε ο κ. Δημόπουλος, «η πλασμαφαίρεση είναι μια θεραπευτική προσέγγιση όπου αφαιρείται το πλάσμα και αντικαθίσταται. Αφορά, μάλιστα, συγκεκριμένες παθήσεις». Για παράδειγμα, «όταν έχουμε σύνδρομο υπεργλοιότητας ή όταν θέλουμε να αφαιρέσουμε συγκεκριμένα αντισώματα, όπως συμβαίνει στο σύνδρομο Guillain-Barré ή σε μερικές περιφερικές νευροπάθειες», εξηγεί ο κ. Δημόπουλος.
Οι δυο βασικοί τύποι είναι η θεραπευτική πλασμαφαίρεση και η ανταλλαγή πλάσματος . Γενικότερα η μέθοδος χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση αιματολογικών, νευρολογικών και νεφρολογικών παθήσεων, αυτοάνοσων διαταραχών, παθήσεων κλπ.
Κατά την πλασμαφαίρεση, λαμβάνεται αίμα από τον ασθενή και οδηγείται σε ειδικό μηχάνημα, το οποίο διαχωρίζει τα επιμέρους συστατικά του ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια, αιμοπετάλια και πλάσμα ώστε να αφαιρεθεί το επιθυμητό συστατικό. Στην περίπτωση της ανταλλαγής πλάσματος, η διαδικασία περιλαμβάνει επιπλέον στάδια, ενώ συστατικά του αίματος αναμειγνύονται με κατάλληλο υγρό αντικατάστασης και επιστρέφονται στον ασθενή μέσω της ενδοφλέβιας γραμμής ή ενός κεντρικού φλεβικού καθετήρα.
Όπως σημειώνεται, κατά τη διάρκεια, ο ασθενής μπορεί να αισθανθεί κρύο, ναυτία ή ένα ήπιο αίσθημα μυρμηγκιάσματος στα χείλη, στα χέρια ή στα πόδια. Η κόπωση είναι επίσης συχνή μετά τη συνεδρία. Σε ασθενείς που έχουν αναιμία, η πλασμαφαίρεση μπορεί να επιδεινώσει την αναιμία.
Σπανιότερα, μπορεί να εμφανιστούν ζάλη ή λιποθυμικό επεισόδιο, χαμηλά επίπεδα ασβεστίου στο αίμα, έμετος, υπόταση ή μυϊκές κράμπες. Όταν για τη διαδικασία απαιτείται κεντρικός φλεβικός καθετήρας, υπάρχει επίσης μικρός κίνδυνος λοίμωξης και αιμορραγίας.
Η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει μερικές ώρες.
Η συνεχής παρακολούθηση του ασθενούς είναι λοιπόν κρίσιμης σημασίας, καθώς μπορεί να εμφανιστούν επιπλοκές όπως υπόταση και πιο σοβαρά υποασβεστιαιμία, ακόμη και αλλεργικές αντιδράσεις ή διαταραχές πήξης.
Σε ιατρική ανασκόπηση που πραγματοποίησαν επιστήμονες στις ΗΠΑ και η οποία εξέτασε μη τεκμηριωμένες ή ανεπαρκώς τεκμηριωμένες πρακτικές αντιγήρανσης, μεταξύ αυτών και την πλασμαφαίρεση επισημαίνεται ότι δεν αποδεικνύεται η αποτελεσματικότητας της μεθόδου σε αυτό το πεδίο.
Αντιθέτως, αναφέρονται οι πιθανοί κίνδυνοι που συνοδεύουν την πραγματοποίηση αυτών των θεραπευτικών προσεγγίσεων σε ανθρώπους που δεν την χρειάζονται.





