Αυτό ήταν το αντικείμενο μιας νέας έρευνας, αποσπάσματα της οποίας έχουν ήδη δημοσιευτεί. Και σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, τα ευρήματα της μελέτης φαίνεται να επιβεβαιώνουν ότι η “ηλικία” του νερού καθώς και η πηγή προέλευσης του, μπορούν να επηρεάσουν τον κίνδυνο για εμφάνιση της νόσου.
Μια όχι και τόσο παράδοξη σύνδεση
Η μελέτη περιλάμβανε 12.370 πάσχοντες με Πάρκινσον και περισσότερους από 1,2 εκατομμύρια ανθρώπους ως ομάδα ελέγχου. ‘Ολοι οι συμμετέχοντες ζούσαν σε ακτίνα τριών μιλίων πέριξ των περίπου 1.000 σημείων από όπου έγιναν δειγματοληψίες νερού.
Οι ερευνητές εξέτασαν την ηλικία των υπόγειων υδάτων, τις πηγές πόσιμου νερού και τους τύπους υδροφορέων. Και μέσω αυτών των ελέγχων, διερεύνησαν ταυτόχρονα και την πιθανή έκθεση των δειγμάτων που είχαν στην διάθεση τους σε νευροτοξίνες.
Σύμφωνα με την Γεωλογική Υπηρεσία των ΗΠΑ, οι υδροφορείς είναι πετρώματα που περιέχουν νερό και μπορούν εύκολα να το μεταφέρουν σε πηγές και πηγάδια. Υπάρχουν διαφορετικοί τύποι τους που ταξινομούνται μεταξύ άλλων και με βάση τον τύπο του υπάρχοντος πετρώματος.
Οι μελετητές προσδιορίζουν την ηλικία του νερού με υπόθεση εργασίας ότι σε όσο μεγαλύτερο βάθος βρίσκεται εγκλωβισμένο, τόσο παλαιότερο είναι. Αυτή η πρακτική αναζητά ιχνηθέτες όπως φυσικά ισότοπα και βιομηχανικά αέρια. Από την άλλη, τα “νεότερα” ύδατα είναι πιο πιθανό να περιέχουν ρύπους όπως φυτοφάρμακα που οφείλονται σε ανθρώπινη παρέμβαση.
Για τις ανάγκες της συγκεκριμένης μελέτης, οι επιστήμονες έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως το αν οι συμμετέχοντες κατοικούσαν σε αστική ή αγροτική περιοχή, καθώς και το ποσοστό ατμοσφαιρικής ρύπανσης στον τόπο κατοικίας του καθενός.
Τι έδειξε η μελέτη
Οι συμμετέχοντες που προμηθεύονταν το πόσιμο νερό τους από πηγές που τροφοδοτούνταν από ανθρακικούς υδροφορείς διέτρεχαν 24% υψηλότερο κίνδυνο για εμφάνιση της νόσου σε σχέση με εκείνους που τροφοδοτούνταν με πόσιμο νερό προερχόμενο από υδροφορείς διαφορετικού τύπου.
Κατά την επικεφαλής συγγραφέα της μελέτης Brittany Krzyzanowski, PhD, γεωγράφο υγείας και επίκουρη καθηγήτρια στο Νευρολογικό Ινστιτούτο Barrow στο Φοίνιξ της Αριζόνα, «τα χαρακτηριστικά των υπόγειων υδάτων στην πόλη ή την κωμόπολη μας - όπως ο τύπος του υδροφορέα από τον οποίο προέρχονται και η ηλικία του νερού - σχετίζονται με διαφορές στον κίνδυνο εμφάνισης Πάρκινσον. Αυτό υποδηλώνει ότι οι περιβαλλοντικές τοξίνες στο πόσιμο νερό μπορεί να παίζουν ρόλο στη νόσο».
Στην περίληψη της παρουσίασής τους, οι συγγραφείς σημειώνουν ότι, συνολικά, «τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η ηλικία των υπόγειων υδάτων και ο τύπος του υδροφορέα συμβάλλουν ανεξάρτητα στον κίνδυνο, με τα νεότερα υπόγεια ύδατα να παρουσιάζουν μεγαλύτερο κίνδυνο, ιδιαίτερα όταν βρίσκονται σε ανθρακικά γεωλογικά συστήματα όπου η διείσδυση ρύπων είναι ταχύτερη».
Γιατί υπάρχει αυτή η σύνδεση;
Η εκτίμηση της επιστημονικής κοινότητας είναι ότι το πρόβλημα πιθανότατα δεν έγκειται στα ίδια τα υπόγεια ύδατα. Ο Daniel Truong, MD, νευρολόγος, ιατρικός διευθυντής του Ινστιτούτου Νευροεπιστημών Truong στο Ιατρικό Κέντρο MemorialCare Orange Coast της Καλιφόρνια, παρατηρεί σχετικά ότι «η παρατηρούμενη συσχέτιση πιθανότατα αντανακλά την έκθεση σε περιβαλλοντικές νευροτοξικές ουσίες που προκαλείται από την υδρογεωλογία, παρά το γεγονός ότι και τα ίδια τα υπόγεια ύδατα είναι εγγενώς επιβλαβή».
Με άλλα λόγια, ο τύπος του υδροφόρου ορίζοντα καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο οι ρύποι εισέρχονται στο πόσιμο νερό, κάτι που με τη σειρά του μπορεί να επηρεάσει τον κίνδυνο εμφάνισης Πάρκινσον.
Ο Krzyzanowski σημειώνει επίσης ότι «διαφορετικά συστήματα υπόγειων υδάτων επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι περιβαλλοντικοί ρύποι κινούνται μέσω του εδάφους».
«Ορισμένοι υδροφορείς επιτρέπουν σε ρύπους όπως τα φυτοφάρμακα ή τα βιομηχανικά χημικά να ταξιδεύουν πιο εύκολα μέσω του εδάφους για να φτάσουν στην παροχή πόσιμου νερού», αναφέρει.
Έτσι, «τα άτομα που καταναλώνουν νερό προερχόμενο από πηγάδι, ενδέχεται να αντιμετωπίζουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης Πάρκινσον εάν το νερό είναι μολυσμένο με ουσίες όπως βαρέα μέταλλα, διαλύτες ή ορισμένα φυτοφάρμακα — εκθέσεις που προηγούμενες μελέτες έχουν ήδη συνδέσει με τη νόσο», καταλήγει.
Κλινικές επιπτώσεις: Μπορεί να μετριαστεί ο κίνδυνος;
Σύμφωνα με τον Δρ.Krzyzanowski, η προστασία των υδροφορέων από την τοξική μόλυνση, η βελτίωση της παρακολούθησης των ρύπων των υπόγειων υδάτων, ο ετήσιος έλεγχος στα υφιστάμενα πηγάδια και η ενίσχυση των συστημάτων επεξεργασίας νερού θα μπορούσαν μακροπρόθεσμα να βοηθήσουν στη μείωση των πιθανών κινδύνων.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν πως αν τελικά τα ευρήματα επιβεβαιωθούν με περαιτέρω έρευνα, η μελλοντική στρατηγική πρόληψης πιθανότατα θα μοιάζει με το «πρωτόκολλο προστασίας από έκθεσης σε μόλυβδο» που ήδη χρησιμοποιείται παγκοσμίως και περιλαμβάνει τον εντοπισμό περιβαλλοντικών τοξινών, τη ρύθμισή τους, την παρακολούθηση του νερού και του εδάφους, και την προσπάθεια μείωσης της έκθεσης του πληθυσμού.
Πηγή: MEDICALNEWSTODAY





