Η νεφρική νόσος είναι μια συχνά σιωπηλή πάθηση, που επηρεάζει τα όργανα τα οποία φιλτράρουν τα άχρηστα προϊόντα και τα υγρά από το αίμα, και η οποία μπορεί με την πάροδο του χρόνου να οδηγήσει σε νεφρική ανεπάρκεια, έμφραγμα ή εγκεφαλικό. Σύμφωνα με τα Centers for Disease Control and Prevention στις ΗΠΑ, έως και το 90% των ατόμων με χρόνια νεφρική νόσο δεν έχουν διαγνωστεί, κυρίως επειδή στα αρχικά στάδια δεν εμφανίζονται συμπτώματα.
Μια νέα μεγάλη μελέτη από το Penn State College of Medicine φέρνει στο προσκήνιο έναν ακόμη σημαντικό παράγοντα κινδύνου: το ιστορικό λοίμωξης COVID-19. Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο Communications Medicine, δείχνουν ότι όσοι έχουν νοσήσει από COVID-19 έχουν 2,3 φορές υψηλότερο κίνδυνο οξείας νεφρικής βλάβης, 1,4 φορές υψηλότερο κίνδυνο χρόνιας νεφρικής νόσου και 4,7 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου, σε σύγκριση με άτομα που είχαν γρίπη.
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από περισσότερους από τρία εκατομμύρια ασφαλισμένους ενήλικες στις ΗΠΑ για τα έτη 2020–2021. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες: όσοι είχαν περάσει COVID-19, όσοι είχαν περάσει γρίπη αλλά όχι COVID-19 και όσοι δεν είχαν ιστορικό καμίας από τις δύο λοιμώξεις. Άτομα με ήδη διαγνωσμένη νεφρική νόσο αποκλείστηκαν από την ανάλυση. Η παρακολούθηση διήρκεσε από 180 έως 540 ημέρες, με διάμεση διάρκεια τις 324 ημέρες, ώστε να καταγραφεί η εμφάνιση νέων περιστατικών οξείας ή χρόνιας νεφρικής βλάβης.
Αν και και οι δύο ιογενείς λοιμώξεις φάνηκε να επηρεάζουν τη νεφρική λειτουργία, η επίδραση της γρίπης ήταν ήπια και παροδική. Αντίθετα, η COVID-19 συσχετίστηκε με πιο επίμονη και σοβαρή επιβάρυνση, αυξάνοντας όχι μόνο τον κίνδυνο οξείας βλάβης που μπορεί να εμφανιστεί μέσα σε ώρες ή ημέρες, αλλά και τον μακροπρόθεσμο κίνδυνο χρόνιας νόσου.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι τα νεφρικά κύτταρα εκφράζουν σε υψηλά επίπεδα τους υποδοχείς που χρησιμοποιεί ο SARS-CoV-2 για να εισέλθει στα κύτταρα, γεγονός που ενδέχεται να εξηγεί γιατί τα νεφρά είναι ιδιαίτερα ευάλωτα. Παράλληλα, η φλεγμονώδης αντίδραση που προκαλεί η λοίμωξη μπορεί να επιδεινώσει προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου, όπως ο διαβήτης και η υπέρταση.
Σε προηγούμενη εργασία τους στο eBioMedicine, οι ερευνητές ανέπτυξαν μοντέλα μηχανικής μάθησης που ενσωματώνουν το ιστορικό COVID-19 ως μία από τις εννέα βασικές μεταβλητές πρόβλεψης κινδύνου. Τα νέα μοντέλα αποδείχθηκαν πιο αποτελεσματικά στον εντοπισμό ατόμων με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης οξείας και χρόνιας νεφρικής νόσου, παρότι χρησιμοποιούν λιγότερες παραμέτρους από τα παραδοσιακά εργαλεία.
Οι συγγραφείς της μελέτης υπογραμμίζουν ότι ακόμη και στη μεταπανδημική εποχή, το ιστορικό COVID-19 παραμένει κρίσιμο στοιχείο για την εκτίμηση του μακροπρόθεσμου κινδύνου.
«Τα άτομα με λοίμωξη COVID-19 ενδέχεται να χρειάζονται πιο συχνή και παρατεταμένη παρακολούθηση της νεφρικής τους λειτουργίας, ώστε να είναι δυνατή η έγκαιρη διάγνωση και η πιθανή προληπτική παρέμβαση», δήλωσε ο Nasr Ghahramani, καθηγητής ιατρικής και επιστημών δημόσιας υγείας στο Penn State College of Medicine και συν-συγγραφέας της μελέτης. «Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για άτομα που έχουν προδιαθετικούς παράγοντες για νεφρική νόσο, όπως διαβήτη και υψηλή αρτηριακή πίεση».





