Από τις αλλαγές πάνας μέχρι τη φροντίδα άρρωστων παιδιών, η καθημερινή έκθεση σε δυσάρεστες οσμές και απωθητικές εκκρίσεις αποτελεί πραγματικότητα για εκατομμύρια ανθρώπους. Πώς όμως προσαρμόζεται ο ανθρώπινος εγκέφαλος σε αυτήν τη συνθήκη; Νέα έρευνα από νευροεπιστήμονες του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ δείχνει ότι η μακροχρόνια και επαναλαμβανόμενη έκθεση σε σωματικά απόβλητα μειώνει σημαντικά το αίσθημα αηδίας στους γονείς — και μάλιστα με αποτελέσματα που διαρκούν στον χρόνο.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Scandinavian Journal of Psychology, προσφέρει νέα στοιχεία για το πώς η φροντίδα άλλων ανθρώπων μπορεί να «αναδιαμορφώσει» τον εγκέφαλο και ενδέχεται να συμβάλει στη στήριξη επαγγελμάτων όπου η διαχείριση της αηδίας αποτελεί καθημερινό κομμάτι της δουλειάς.
Η γονεϊκότητα ως «φυσικό πείραμα»
Πολλά επαγγέλματα —όπως η νοσηλευτική, η φροντίδα ηλικιωμένων ή η καθαριότητα— απαιτούν συνεχή επαφή με δυσάρεστες ουσίες, γεγονός που δυσκολεύει την προσέλκυση προσωπικού και την διατήρηση του. Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ θέλησαν να κατανοήσουν καλύτερα πώς λειτουργεί το συναίσθημα της αηδίας και αν μπορεί να μειωθεί με την πάροδο του χρόνου.
Η γονεϊκότητα αποτέλεσε ιδανικό πεδίο μελέτης. Όπως εξηγεί ο δρ. Έντουιν Νταλμάιερ, γνωστικός νευροεπιστήμονας και ένας από τους βασικούς συγγραφείς της έρευνας, «η αηδία είναι ένα βασικό ανθρώπινο συναίσθημα που εξελίχθηκε για να μας προστατεύει από ασθένειες. Η ερώτηση είναι αν η συνεχής έκθεση μπορεί πράγματι να την αποδυναμώσει μακροπρόθεσμα».
Τι έδειξε η έρευνα
Οι επιστήμονες ανέλυσαν απαντήσεις σε ερωτηματολόγια και συμπεριφορικές αντιδράσεις —όπως το πόσο συχνά οι συμμετέχοντες απέστρεφαν το βλέμμα— από 99 γονείς και 50 άτομα χωρίς παιδιά. Η μελέτη περιλάμβανε ερεθίσματα σχετιζόμενα με παιδιά, όπως εικόνες από λερωμένες πάνες.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι δεν ήταν γονείς παρουσίαζαν έντονη αποστροφή απέναντι σε εικόνες σωματικών αποβλήτων. Αντίθετα, οι γονείς εμφάνιζαν σημαντικά μειωμένη αντίδραση αηδίας — αλλά μόνο όταν τα παιδιά τους είχαν ξεκινήσει να τρώνε στερεές τροφές.
Γονείς παιδιών που βρίσκονταν στο στάδιο του απογαλακτισμού ή είχαν ήδη απογαλακτιστεί παρουσίαζαν ελάχιστη έως μηδενική αποφυγή ακόμη και σε εικόνες γενικών σωματικών εκκρίσεων. Η μείωση της αηδίας δεν περιοριζόταν σε παιδικά ερεθίσματα, αλλά γενικευόταν.
Αντίθετα, γονείς βρεφών που τρέφονταν αποκλειστικά με γάλα εμφάνιζαν επίπεδα αηδίας παρόμοια με εκείνα των μη γονέων, ακόμη κι αν είχαν μεγαλύτερα παιδιά.
Πιθανή εξελικτική εξήγηση
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το φαινόμενο αυτό έχει εξελικτική βάση. Η αυξημένη αηδία στα πρώτα στάδια της βρεφικής ηλικίας ενδέχεται να λειτουργεί προστατευτικά, μειώνοντας τον κίνδυνο ασθενειών σε ιδιαίτερα ευάλωτα βρέφη. Στη συνέχεια, η σταδιακή απευαισθητοποίηση επιτρέπει στους γονείς να φροντίζουν αποτελεσματικά τα παιδιά τους όταν αυτά αρρωσταίνουν.
«Οι γονείς εκτίθενται σε δυσάρεστα ερεθίσματα από την πρώτη μέρα — από λερωμένες πάνες μέχρι εμετούς και καταρροή», σημειώνει ο δρ. Νταλμάιερ. «Τα ευρήματά μας δείχνουν ξεκάθαρα ότι η μακροχρόνια έκθεση μπορεί να “εκπαιδεύσει” τον εγκέφαλο και να αλλάξει ένα βαθιά ριζωμένο συναίσθημα, όπως η αηδία».
Πέρα από τη γονεϊκότητα
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, τα αποτελέσματα της μελέτης δεν αφορούν μόνο τους γονείς. Θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν και για την υποστήριξη επαγγελματιών που εργάζονται καθημερινά σε περιβάλλοντα με έντονα δυσάρεστα ερεθίσματα.
Όπως καταλήγουν, η γονεϊκότητα δεν αλλάζει μόνο την καθημερινότητα, αλλά μπορεί να μεταμορφώσει θεμελιώδεις συναισθηματικές αντιδράσεις του ανθρώπου — με επιπτώσεις που ξεπερνούν κατά πολύ τη φροντίδα των παιδιών.
Πηγή: Medical Xpress





