Για κάποιους ωστόσο η έκθεση στο κρύο είναι μια εντελώς διαφορετική υπόθεση καθώς μπορεί να προκαλέσει μια αλλεργική αντίδραση τόσο σοβαρή που είναι δυνατόν ακόμα και να απειλήσει τη ζωή τους.
Η κνίδωση εκ ψύχους είναι μια σπάνια αλλά δυνητικά επικίνδυνη πάθηση κατά την οποία οι χαμηλές θερμοκρασίες προκαλούν σοβαρή δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Το αποτέλεσμα αυτής της αντίδρασης εμφανίζεται με εξανθήματα, πρήξιμο, πόνο και σε ορισμένες περιπτώσεις, απειλητική για τη ζωή αναφυλαξία.
Η πάθηση περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1792 από έναν Γερμανό γιατρό. Σήμερα, όπως εξηγεί ο καθηγητής Ανατομίας στο Πανεπιστήμιο του Lankaster, Adam Taylor, γνωρίζουμε ότι εμφανίζεται κυρίως στις γυναίκες -και μάλιστα σε διπλάσιο ποσοστό σε σχέση με τους άνδρες- με μέση ηλικία έναρξης στις αρχές της δεκαετίας των είκοσι, αν και μπορεί να επηρεάσει άτομα οποιασδήποτε ηλικίας.
Τα καλά νέα είναι ότι ποσοστό 24-50% των πασχόντων, με έγκαιρη διάγνωση και αγωγή, εμφανίζει σταδιακά βελτίωση των συμπτωμάτων του ακόμα και πλήρη ανάρρωση σε κάποιες περιπτώσεις.
Η ταυτότητα της πάθησης
Υπάρχουν δύο μορφές της πάθησης. Η πρωτοπαθής κνίδωση εκ ψύχους είναι η πιο συχνή, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 95% των περιπτώσεων και συχνά δεν είναι δυνατό να αποδοθεί σε κάποια εμφανή αιτία. Το υπόλοιπο 5% ταξινομείται ως δευτεροπαθής κνίδωση η οποία συνδέεται με υποκείμενες παθήσεις ή λοιμώξεις, όπως ο ιός Epstein-Barr, ορισμένοι τύποι λεμφώματος (καρκίνος του αίματος), ο HIV και η ηπατίτιδα C.
Η πρωτοπαθής κρυο-κνίδωση συνήθως προκαλεί πρήξιμο ή εξανθήματα, αν και ορισμένοι ασθενείς αναφέρουν επίσης κόπωση, πυρετό και πόνο στις αρθρώσεις. Τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως όταν το δέρμα εκτίθεται στο κρύο, αλλά μπορούν να προκύψουν και καθώς το δέρμα θερμαίνεται ξανά. Οι παράγοντες που την προκαλούν δεν περιορίζονται μόνο στις χαμηλές θερμοκρασίες - μπορεί να περιλαμβάνουν το κολύμπι, την κατανάλωση κατεψυγμένων τροφών, την κατάποση κρύων υγρών και το χειρισμό αντικειμένων που είναι κρύα στην αφή.
Αναπάντητο ερώτημα
Εκτός από μερικές πολύ σπάνιες γενετικές αιτίες, το ερώτημα “γιατί” ορισμένοι άνθρωποι αναπτύσσουν πρωτοπαθή κνίδωση ως αντίδραση στο κρύο, παραμένει αναπάντητο.
Αυτό που είναι σαφές για την ιατρική κοινότητα ωστόσο είναι ότι στον μηχανισμό πυροδότησης της πάθησης εμπλέκονται τα μαστοκύτταρα. Αυτά τα “κύτταρα-φρουροί”, υπό φυσιολογικές συνθήκες λειτουργούν ως την πρώτη γραμμή άμυνας του οργανισμού στους ιστούς του σώματος - συμπεριλαμβανομένου του δέρματος - ειδοποιώντας το ανοσοποιητικό μας σύστημα για ενδεχόμενο κίνδυνο ή για την παρουσία κάποιου παθογόνου.
Το πώς αυτά τα κύτταρα ενεργοποιούνται στην περίπτωση της συγκεκριμένη περίπτωσης παραμένει μυστήριο, αν και μια από τις θεωρίες των ειδικών είναι ότι η έκθεση στο κρύο μπορεί να προκαλεί στο σώμα την παραγωγή των λεγόμενων αυτο-αλλεργιογόνων – των ουσιών που πυροδοτούν μια ανοσολογική απόκριση εναντίον των ιστών του σώματος.
Ο ρόλος της ισταμίνης
Όταν τα μαστοκύτταρα ενεργοποιούνται, απελευθερώνουν μια χημική ουσία που ονομάζεται ισταμίνη. Για να καταλάβουμε τον ρόλο της, επισημαίνει ο Δρ. Taylor, μπορούμε να σκεφτούμε την ισταμίνη ως ένα είδος συναγερμού που ειδοποιεί άλλα ανοσοκύτταρα του οργανισμού να σπεύσουν στην περιοχή που πλήττεται. Επίσης, η ισταμίνη, κάνει τα αιμοφόρα αγγεία σε αυτό το μέρος του σώματός να διευρύνονται και να γίνονται «πιο διαπερατά», γεγονός που προκαλεί πρήξιμο, ερυθρότητα και κνησμό.
Κανονικά, αυτή η απόκριση του οργανισμού είναι χρήσιμη - η επιπλέον ροή αίματος και τα διαπερατά αιμοφόρα αγγεία επιτρέπουν στα ανοσοκύτταρα να εισέλθουν στον περιβάλλοντα ιστό για να καταπολεμήσουν μια πραγματική απειλή. Αλλά στην περίπτωση της κνίδωσης εκ ψύχους, πρόκειται για έναν ψευδή συναγερμό.
Έτσι, στην πραγματικότητα, το σώμα αναπτύσσει μια πλήρη ανοσολογική απόκριση ενώ δεν υπάρχει τίποτα να καταπολεμήσει, προκαλώντας δυσφορία χωρίς κανένα όφελος.
Τα κρύα τρόφιμα μπορούν να πυροδοτήσουν την πάθηση
Οι γιατροί επιβεβαιώνουν αυτό τον τύπο κνίδωσης, τοποθετώντας ένα παγάκι στο αντιβράχιο του ασθενούς και παρακολουθώντας τι συμβαίνει αφού το αφαιρέσουν. Η διαδικασία πρέπει να γίνεται από επαγγελματία υγείας, επειδή σε περίπου 20% των περιπτώσεων σύμφωνα με τα στατιστικά, προκύπτει αναφυλαξία.
Η αντίδραση επίσης μπορεί να προκύψει μετά την κατανάλωση παγωμένων τροφών.
Μια σπάνια πάθηση
Η συγκεκριμένη σπάνια πάθηση επηρεάζει μόλις 6 στους 10.000 ανθρώπους. Συχνά όμως παραμένει αδιάγνωστη, λένε οι γιατροί, αφού δεν εμφανίζουν όλοι οι πάσχοντες σοβαρά συμπτώματα.
Μόλις διαγνωστεί, είναι σημαντικό ο ασθενής να λάβει σαφείς οδηγίες διαχείρισης της κατάστασης του ώστε όχι μόνο να αποφεύγει γενικά την έκθεση στο κρύο αλλά ιδανικά να αναγνωρίζει τις θερμοκρασίες που πυροδοτούν τα συμπτώματα του.
Αντιισταμινικά, και όχι μόνο...
Μια από τις φαρμακευτικές προσεγγίσεις για αντιμετώπιση των συμπτωμάτων είναι η προκαταβολική λήψη αντιισταμινικών από τον πάσχοντα, πριν εκτεθεί σε ψυχρά περιβάλλοντα ή ερεθίσματα.
Για πολλούς από αυτούς, ωστόσο, μια τυπική δόση αντιισταμινικών από το στόμα δεν είναι αρκετή. Αν και το 60% των ασθενών ανταποκρίνεται καλά στη θεραπεία, σε μερικές περιπτώσεις η δόση μπορεί να είναι ακόμα και τετραπλάσια της τυπικής. Και αυτό αποτελεί μειονέκτημα αν σκεφτεί κανείς ότι ορισμένα αντιισταμινικά έχουν και ηρεμιστική δράση, σημειώνει ο Δρ. Taylor.
Σε φάση έξαρσης, οι γιατροί επίσης χορηγούν συχνά κορτικοστεροειδή, αν και η μακροχρόνια χρήση τους έχει συχνές παρενέργειες, όπως αύξηση βάρους, δυσπεψία και αλλαγές στη διάθεση.
Οι σοβαρές περιπτώσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν με θεραπεία μονοκλωνικού αντισώματος το οποίο στοχεύει την ανοσοσφαιρίνη Ε, ένα μόριο που εμπλέκεται στην ενεργοποίηση των μαστοκυττάρων.
Μια ακόμα θεραπευτική επιλογή -που δεν δίνει ωστόσο αποτελέσματα σε αρκετές περιπτώσεις- είναι η απευαισθητοποίηση, δηλαδή η σταδιακή έκθεση του δέρματος σε χαμηλότερες θερμοκρασίες για αρκετές ημέρες ή για λίγες ώρες, προκειμένου ο οργανισμός να εκπαιδευτεί στον έλεγχο της απελευθέρωσης ισταμίνης.
Η αδρεναλίνη παραμένει σωτήρια επιλογή σε περιπτώσεις εμφάνισης αναφυλαξίας, αν και φαίνεται να υποσυνταγογραφείται σε ασθενείς που υποφέρουν από το συγκεκριμένο είδος κνίδωσης.
Οι πάσχοντες αντιμετωπίζουν επίσης αυξημένο κίνδυνο κατά τη διάρκεια χειρουργικών επεμβάσεων, όπου τα αναισθητικά φάρμακα μειώνουν τη θερμοκρασία του σώματος και οι χώροι των χειρουργείων διατηρούνται σκόπιμα δροσεροί.
Πηγή: THE CONVERSATION.COM





