Για πολλούς ηλικιωμένους, φαίνεται ότι η ταχύτατη εξέλιξη της τεχνολογίας έχει υψώσει ένα αδιαπέραστο τείχος που ξεπερνα κατά πολύ τις δυνατότητες που ανοίγονται.. Η πλοήγηση σε ηλεκτρονικές φόρμες, οι συνεχείς αλλαγές εφαρμογών, η εξαφάνιση των υπηρεσιών με φυσική παρουσία και η διαρκής απειλή των διαδικτυακών απατών μπορεί να προκαλούν έντονη δυσφορία.
Γι αυτή ακριβώς την κατάσταση επινοήθηκε ένας όρος: το «τεχνοστρές» (technostress). Αρχικά χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει το άγχος και την απογοήτευση που βίωναν οι εργαζόμενοι, αλλά πλέον έχει επεκταθεί και στους ηλικιωμένους που δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στον ολοένα και πιο σύνθετο ψηφιακό κόσμο.
Παρόλο που συνολικά η ψηφιακή συμμετοχή των μεγαλύτερων ηλικιών έχει αυξηθεί με τα χρόνια, περίπου οι μισοί άνθρωποι άνω των 50 ετών αισθάνονται ότι βηματίζουν αρκετά πιο πίσω από τις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις.
Την ώρα που σχεδιάζεται περαιτέρω ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών, περισσότερο από το 40% των ατόμων ηλικίας άνω των 60 ετών αντιμετωπίζει σοβαρά εμπόδια στην πρόσβαση σε ηλεκτρονικές κυβερνητικές πλατφόρμες και πληροφορίες.
Περισσότερο από ποτέ, η ψηφιακή ένταξη έχει καταστεί αναγκαία για τους ηλικιωμένους, ώστε να έχουν πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες και φυσικά να διατηρούν ενεργές τις κοινωνικές τους σχέσεις. Η έλλειψή της μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες στην ψυχολογική, κοινωνική, γνωστική, σωματική και οικονομική τους ευημερία.
Πρόσφατη έρευνα που έγινε στη Νέα Ζηλανδία, βασισμένη σε συνεντεύξεις με 23 άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών, αποκάλυψε την πολύπλοκη σχέση με την τεχνολογία: μια σχέση που μπορεί να ενισχύει την ανεξαρτησία, ωστόσο δημιουργεί νέες πηγές άγχους και αποκλεισμού.
Ένα δίκοπο μαχαίρι
Οι εμπειρίες των συμμετεχόντων στην έρευνα διέφεραν σημαντικά. Κάποιοι χρησιμοποιούσαν την τεχνολογία ελάχιστα -ίσως μόνο για τηλεφωνικές κλήσεις ή γραπτά μηνύματα- ενώ άλλοι βασίζονταν σε αυτήν για καθημερινές εργασίες και επαγγελματικές δραστηριότητες. Μάλιστα, μία συμμετέχουσα μίλησε με ενθουσιασμό για τη χρήση ενός βοηθού τεχνητής νοημοσύνης που τη βοηθούσε στο να γράψει... βιβλίο!
Ανεξάρτητα όμως από το επίπεδο εξοικείωσής τους με την τεχνολογία, όλοι θεωρούσαν ότι η προσαρμογή στις συνεχείς ψηφιακές αλλαγές αποτελεί μια ατέρμονη αλλά αναγκαία πρόκληση στην καθημερινότητα. Αυτό ήταν ιδιαίτερα εμφανές σε όσους χρησιμοποιούσαν τεχνολογία κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής τους ζωής, αλλά δεν βρήκαν άλλες ευκαιρίες εκπαίδευσης μετά τη συνταξιοδότηση.
Ένα ακόμη κοινό στοιχείο ήταν ο φόβος ότι αποτελούν εύκολο στόχο για απατεώνες λόγω της ηλικίας τους. Για άτομα που ζουν με μία σύνταξη ή περιορισμένο εισόδημα, η οικονομική ζημιά από μια απάτη θα μπορούσε να είναι καταστροφική, κάτι που τους αποθαρρύνει από τη χρήση του διαδικτύου και των ψηφιακών εργαλείων.
Συνολικά, διαπιστώθηκε ότι η τεχνολογία αποτελεί ένα δίκοπο μαχαίρι για τους ηλικιωμένους. Όσοι ένιωθαν ψηφιακά ενταγμένοι, αξιοποιούσαν την τεχνολογία για να ενισχύσουν τις σχέσεις τους, ανταλλάσσοντας φωτογραφίες και βίντεο με συγγενείς στο εξωτερικό, ενώ παράλληλα αποκτούσαν χρήσιμη πρόσβαση σε πληροφορίες υγείας.
Αντίθετα, για όσους ένιωθαν αποκλεισμένοι, η τεχνολογία αποτελούσε πηγή άγχους, απογοήτευσης και αισθημάτων ανεπάρκειας. Περιέγραψαν δυσκολίες με ηλεκτρονικές αιτήσεις για συντάξεις ή την ανάγκη να ξαναμάθουν γνωστά προγράμματα όταν οι απρόσμενες ενημερώσεις άλλαζαν πλήρως το περιβάλλον χρήσης.
Ορισμένοι θεώρησαν ότι οι λειτουργίες προσβασιμότητας των συσκευών δεν ανταποκρίνονταν στις σωματικές τους ανάγκες, με αποτέλεσμα να εγκαταλείπουν εργασίες εξαιτίας της καταπόνησης των ματιών ή της απογοήτευσης.
Άλλοι αισθάνθηκαν ότι οι ψηφιακές τεχνολογίες δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, καθώς αντανακλούν κυρίως μια δυτική κοσμοθεωρία. Συνηθισμένα λάθη, όπως η λανθασμένη προφορά ονομάτων σε μια οποιαδήποτε τοπική γλώσσα, μπορούσαν να ενισχύσουν τα αισθήματα αποκλεισμού και πολιτισμικής απαξίωσης.
Ηλικιακές διακρίσεις και ισότητα
Σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες ένιωθαν ότι οι ψηφιακές τεχνολογίες δεν σχεδιάζονται λαμβάνοντας υπόψη τους τούς ηλικιωμένους και ότι οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες δεν τους θεωρούν σημαντική αγορά.
Παρά ταύτα, πολλοί κατηγορούσαν τον εαυτό τους για τη δυσκολία τους να συμβαδίσουν με τις εξελίξεις. Μερικοί περιέγραψαν επίσης αδιάφορες ή ανυπόμονες αντιδράσεις όταν ζητούσαν βοήθεια, γεγονός που ενίσχυε τα αισθήματα απογοήτευσης και ανεπάρκειας.
Αυτό ίσως υποδηλώνει την ύπαρξη ενός φαινομένου που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ψηφιακός ηλικιακός ρατσισμός (digital ageism): η αντίληψη ότι οι ηλικιωμένοι χρησιμοποιούν λιγότερο την τεχνολογία επειδή δεν μπορούν ή δεν θέλουν να ασχοληθούν με αυτήν.
Στην πραγματικότητα, η ουσιαστική ψηφιακή συμμετοχή εξαρτάται από πολύ περισσότερα πράγματα απ' ότι η απλή προθυμία. Απαιτεί κίνητρο, δεξιότητες, αυτοπεποίθηση, πρόσβαση, εμπιστοσύνη και την κατάλληλη υποστήριξη ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να συμμετέχουν με ασφάλεια και αποτελεσματικότητα.
Υπό αυτό το πρίσμα, η πρόκληση δεν αφορά την ηλικία, αλλά την ισότητα στον σύγχρονο ψηφιακό κόσμο. Χωρίς συνειδητή και στοχευμένη δράση, η μετάβαση στις ψηφιακές υπηρεσίες κινδυνεύει να διευρύνει ακριβώς τις ανισότητες που επιδιώκει να μειώσει.





