Η εικόνα του «ανθρώπου που τα καταφέρνει μόνος του» είναι βαθιά ριζωμένη στη δυτική κουλτούρα. Από τον μοναχικό ήρωα της λογοτεχνίας μέχρι τη σύγχρονη κουλτούρα του “girl boss”, η ανεξαρτησία προβάλλεται ως ύψιστη αρετή. Όμως όταν η ανεξαρτησία γίνεται υπερανεξαρτησία, το τίμημα μπορεί να είναι βαρύ – για την ψυχική και σωματική υγεία, αλλά και για τις σχέσεις μας.
Πολλοί άνθρωποι με έντονη υπερανεξαρτησία δυσκολεύονται να ζητήσουν στήριξη, ακόμη κι όταν βρίσκονται στα όριά τους. Συχνά πρόκειται για άτομα λειτουργικά, επιτυχημένα, με υψηλό αίσθημα ευθύνης. Όμως πίσω από την εικόνα της αυτάρκειας κρύβεται φόβος: φόβος ότι θα γίνουν βάρος, ότι θα απορριφθούν ή ότι θα χάσουν τον έλεγχο.
Είμαστε «φτιαγμένοι» για σύνδεση
Η ποιότητα των σχέσεών μας αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ευτυχία και την υγεία. Η χρόνια μοναξιά έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο κατάθλιψης, καρδιαγγειακών νοσημάτων και πρόωρης θνησιμότητας. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί υπερανεξάρτητοι άνθρωποι καταλήγουν συναισθηματικά απομονωμένοι.
Η υπερανεξαρτησία συχνά λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας: «Δεν μπορώ να βασιστώ σε κανέναν, άρα θα βασιστώ μόνο στον εαυτό μου». Αυτή η νοοτροπία, μπορεί να έχει τις ρίζες της στην παιδική ηλικία – σε περιβάλλοντα όπου οι γονείς ήταν συναισθηματικά απόντες, υπερβολικά απασχολημένοι ή απρόβλεπτοι. Άλλες φορές, αναπτύσσεται μετά από εμπειρίες προδοσίας ή απογοήτευσης στην ενήλικη ζωή.
Η «δυνατή γυναίκα» και το αόρατο φορτίο
Σε πολλές περιπτώσεις, η υπερανεξαρτησία συνδέεται και με κοινωνικά στερεότυπα. Η εικόνα της «δυνατής γυναίκας που τα κάνει όλα» μπορεί να λειτουργήσει ως παγίδα. Καριέρα, φροντίδα οικογένειας, κοινωνική προσφορά – όλα μαζί, χωρίς να ζητηθεί βοήθεια.
Το αποτέλεσμα; Burnout, κρίσεις πανικού, σωματικά συμπτώματα, συναισθηματική εξάντληση. Πολλές γυναίκες στις δεκαετίες των 30 και 40 περιγράφουν ένα παράδοξο: έχουν επιτύχει επαγγελματικά και οικονομικά, αλλά στις προσωπικές σχέσεις δυσκολεύονται να «αφήσουν» κάποιον να τις φροντίσει.
Όταν η αυτάρκεια γίνεται μοναξιά
Η υπερανεξαρτησία μπορεί να δημιουργεί την αίσθηση ελέγχου, αλλά συχνά υπονομεύει την οικειότητα. Αν δεν μοιράζεσαι τις αδυναμίες σου, κανείς δεν μπορεί να σε γνωρίσει πραγματικά – ούτε να σε στηρίξει. Έτσι ενισχύεται η πεποίθηση ότι «οι ανάγκες μου δεν θα καλυφθούν ποτέ από τους άλλους».
Πολλοί άνθρωποι που αναγνωρίζουν αυτό το μοτίβο περιγράφουν ένα κοινό συναίσθημα: περηφάνια για την ικανότητά τους να τα καταφέρνουν μόνοι, αλλά και κρυφή πικρία ή εξάντληση.
Μπορεί να αλλάξει;
Η αλλαγή δεν σημαίνει απώλεια ανεξαρτησίας. Σημαίνει ευελιξία. Οι ειδικοί προτείνουν μικρά βήματα «μικρο-εξάρτησης»:
-
να ζητήσετε βοήθεια για ένα μικρό, πρακτικό θέμα
-
να μοιραστείτε μια ανησυχία με έναν φίλο
-
να επιτρέψετε σε κάποιον να σας προσφέρει κάτι, χωρίς να νιώθετε υποχρέωση ανταπόδοσης
Η σταδιακή έκθεση στην ευαλωτότητα βοηθά το νευρικό σύστημα να μάθει ότι η σύνδεση δεν είναι απειλή.
Η ισορροπία ως στόχος
Η ανεξαρτησία είναι πολύτιμη δεξιότητα. Το πρόβλημα ξεκινά όταν γίνεται άκαμπτη ταυτότητα. Οι υγιείς, στενές σχέσεις βασίζονται στην αμοιβαιότητα: άλλοτε προσφέρουμε, άλλοτε δεχόμαστε.
Ίσως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «Μπορώ να τα κάνω όλα μόνη/μόνος μου;», αλλά «Θέλω;». Και, ακόμη πιο ουσιαστικά: «Τι θα κέρδιζα αν άφηνα λίγο χώρο για τους άλλους;»
Το κρυφό βάρος της υπερανεξαρτησίας δεν φαίνεται πάντα. Όμως όταν αναγνωρίζεται, μπορεί να γίνει η αρχή για βαθύτερη σύνδεση, καλύτερη ψυχική υγεία και πιο ισορροπημένες σχέσεις.





