Ανησυχητικά είναι τα ευρήματα νέας ευρωπαϊκής μελέτης, η οποία καταγράφει υψηλά επίπεδα ψυχικής επιβάρυνσης στις μητέρες, καθώς και επίμονες ανισότητες στην εργασία και την επαγγελματική εξέλιξη, τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο και στην ηπειρωτική Ευρώπη.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), παγκοσμίως περίπου το 10% των εγκύων γυναικών και το 13% των γυναικών μετά τον τοκετό εμφανίζουν κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας, κυρίως κατάθλιψη. Ωστόσο, τα στοιχεία από τη μελέτη της οργάνωσης Make Mothers Matter, που βασίστηκε σε δείγμα σχεδόν 9.600 μητέρων από 12 ευρωπαϊκές χώρες (στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η Ελλάδα), δείχνουν ότι το πρόβλημα είναι πολύ ευρύτερο.
Περισσότερες από δύο στις τρεις μητέρες δήλωσαν ότι αισθάνονται ψυχικά υπερφορτωμένες, ενώ μέσα στον τελευταίο χρόνο:
-
το 33% ανέφερε άγχος
-
το 20% κατάθλιψη
-
το 18% επαγγελματική ή συναισθηματική εξουθένωση (burnout)
Ιδιαίτερα υψηλά ήταν τα ποσοστά σε ορισμένες χώρες: ένα τρίτο των μητέρων στη Σουηδία και περίπου το ένα τέταρτο σε Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο δήλωσαν ότι βίωσαν κατάθλιψη, ενώ στην Ισπανία το 42% ανέφερε έντονο άγχος.
Η δρ Νατάσα Ατζοπάρντι-Μούσκατ, διευθύντρια συστημάτων υγείας του ΠΟΥ Ευρώπης, τονίζει ότι «η ψυχική καταπόνηση δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά τον κανόνα, ιδίως για μητέρες με μικρά παιδιά, πολλά παιδιά, χαμηλό εισόδημα ή σε μονογονεϊκά νοικοκυριά». Υπογραμμίζει μάλιστα ότι η φροντίδα κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής είναι καθοριστικός παράγοντας για τη δια βίου υγεία και ευημερία.
Βαρύ το ψυχικό και επαγγελματικό κόστος
Η ψυχική επιβάρυνση δεν είναι ανεξάρτητη από τις κοινωνικές και εργασιακές συνθήκες. Όπως σημειώνει η Αν-Κατρίν Ορ, υπεύθυνη πολιτικής στο Mental Health Europe, «οι μητέρες βρίσκονται αντιμέτωπες με τεράστιες πιέσεις, χωρίς επαρκή υποστήριξη και με πολιτικές που δεν ανταποκρίνονται στη σύγχρονη πραγματικότητα».
Χαρακτηριστικά, μελέτη του 2024 στην Ελβετία έδειξε ότι μετά τη γέννηση του πρώτου παιδιού καταγράφεται αύξηση κατά 50% στη χρήση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων από γυναίκες, ενώ έως τα έκτα γενέθλια του παιδιού η αύξηση φτάνει το 75%. Το φαινόμενο είναι εντονότερο στις εργαζόμενες μητέρες, γεγονός που αποδίδεται στις αυξημένες απαιτήσεις και τους περιορισμούς χρόνου.
Παράλληλα, περισσότερες από μία στις τέσσερις μητέρες στις 12 χώρες δήλωσαν ότι η μητρότητα επηρέασε αρνητικά την καριέρα τους. Στην Ιρλανδία το ποσοστό ανέρχεται στο 36%, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία φτάνει το 31%.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι το 6% των ερωτηθεισών ανέφερε ότι απολύθηκε ή εξαναγκάστηκε να αποχωρήσει από την εργασία της λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας, με υψηλότερα ποσοστά σε Πορτογαλία και Τσεχία.
Εργασία, φροντίδα και έλλειψη υποστήριξης
Η δυσκολία συνδυασμού εργασίας και φροντίδας παραμένει καθοριστικός παράγοντας επιβάρυνσης. Στη Γερμανία μόλις το 29% των μητέρων επέστρεψαν σε πλήρη απασχόληση μετά τη γέννηση του παιδιού, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο το υψηλό κόστος παιδικής φροντίδας αποτέλεσε τον βασικό λόγο αλλαγής εργασιακού καθεστώτος.
Η μελέτη καταλήγει ότι η ευέλικτη εργασία, η σταδιακή επιστροφή μετά την άδεια μητρότητας και η εύκολη πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας δεν αποτελούν «προνόμια», αλλά αναγκαίες προϋποθέσεις.
Πηγή: Guardian





