Νέα στοιχεία για τις συμφωνίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τις φαρμακευτικές εταιρείες Pfizer και Eli Lilly σχετικά με τις τιμές των φαρμάκων στις ΗΠΑ έρχονται στο φως, καθώς έγγραφα που δημοσιοποιήθηκαν μέσω αιτημάτων βάσει του νόμου περί Ελευθερίας της Πληροφόρησης (FOIA) αποκαλύπτουν όρους που μέχρι σήμερα δεν είχαν γίνει γνωστοί.
Οι συμφωνίες εντάσσονται στην πρωτοβουλία « Πλέον Ευνοούμενου Έθνους» (MFN), μέσω της οποίας η αμερικανική κυβέρνηση επιδιώκει να μειώσει τις τιμές των φαρμάκων στις ΗΠΑ, συνδέοντάς τες με χαμηλότερες τιμές σε άλλες χώρες. Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει επιδιώξει από τις φαρμακευτικές εταιρείες δεσμεύσεις για επενδύσεις και παραγωγή στις ΗΠΑ.
Κίνητρα για υψηλότερες τιμές στο εξωτερικό
Σύμφωνα με τα έγγραφα που εξετάστηκαν από την Washington Post, οι συμφωνίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, κίνητρα προς τις εταιρείες να αυξήσουν τις τιμές ορισμένων φαρμάκων σε αγορές του εξωτερικού, ενώ προβλέπουν και προστασία από δασμούς.
Στην περίπτωση της Pfizer, η συμφωνία περιλαμβάνει ρυθμίσεις σχετικά με τα αυξημένα έσοδα της εταιρείας από τις τιμές στο εξωτερικό, ενώ η αμερικανική κυβέρνηση δεσμεύεται για ενέργειες που απαιτούνται για την εφαρμογή των συμφωνηθέντων όρων.
Πολλά στοιχεία παραμένουν απόρρητα
Τα έγγραφα που δόθηκαν στη δημοσιότητα είναι σε μεγάλο βαθμό διασκευασμένα. Δεν περιλαμβάνονται κρίσιμοι οικονομικοί όροι, οι συμφωνημένες τιμές για συγκεκριμένα φάρμακα και άλλες λεπτομέρειες, γεγονός που δυσκολεύει την ανεξάρτητη αξιολόγηση του οικονομικού οφέλους των συμφωνιών για το αμερικανικό Δημόσιο και τους ασθενείς.
Παράλληλα, οι συμφωνίες περιλαμβάνουν ευρείες ρήτρες εμπιστευτικότητας. Η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει ότι ορισμένα στοιχεία δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν, καθώς αφορούν εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες και θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις διαπραγματεύσεις με άλλες φαρμακευτικές εταιρείες.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Public Citizen, οργάνωσης που προσέφυγε δικαστικά για να περιέλθουν στα χέρια της αυτά τα στοιχεία, η συμφωνία με την Pfizer περιλαμβάνει πρόβλεψη βάσει της οποίας το αμερικανικό Υπουργείο Υγείας μπορεί να λάβει μέρος των αυξημένων εσόδων της εταιρείας, εφόσον αυξηθούν οι τιμές φαρμάκων της στο εξωτερικό. Ωστόσο, δεν αποσαφηνίζεται πλήρως πώς θα αξιοποιηθούν τα συγκεκριμένα έσοδα για τη μείωση του κόστους για τους Αμερικανούς ασθενείς.
Παράλληλα, η Public Citizen υποστηρίζει ότι η συμφωνία της Eli Lilly περιλαμβάνει ρυθμίσεις που επιτρέπουν στην εταιρεία, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να διακόψει την προμήθεια ενός φαρμάκου σε χώρα αναφοράς, με αποτέλεσμα η τιμή της συγκεκριμένης χώρας να εξαιρείται από τον υπολογισμό της τιμής MFN. Η οργάνωση εκτιμά ότι μια τέτοια πρόβλεψη θα μπορούσε να επηρεάσει την πρόσβαση ασθενών σε άλλες χώρες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περίπτωση των φαρμάκων GLP-1 για την παχυσαρκία και τον διαβήτη. Η Public Citizen αναφέρει ότι η συμφωνία με την Eli Lilly περιλαμβάνει εξαίρεση για συγκεκριμένα GLP-1, γεγονός που, σύμφωνα με την ανάλυσή της, θα μπορούσε να περιορίσει τις εξοικονομήσεις από το πρόγραμμα GENEROUS του Medicaid. Η ίδια οργάνωση εκτιμά ότι, εάν αντίστοιχη εξαίρεση εφαρμοστεί και στα GLP-1 της Novo Nordisk, η απώλεια εξοικονομήσεων θα μπορούσε να ανέλθει συνολικά σε 1 έως 1,7 δισ. δολάρια κατά το πρώτο έτος του μοντέλου. Πρόκειται για εκτίμηση της Public Citizen και όχι για επίσημη αποτίμηση της αμερικανικής κυβέρνησης.
Διαφωνία για το πραγματικό όφελος
Η Public Citizen αναγνωρίζει ότι οι μέχρι τώρα αποκαλύψεις δεν επαρκούν για να εκτιμηθεί πλήρως η αποτελεσματικότητα των συμφωνιών και ζητά μεγαλύτερη διαφάνεια.
Από την πλευρά της, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι συμφωνίες έχουν οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές, ενώ η Pfizer χαρακτηρίζει τη συμφωνία της ως θετική για τους Αμερικανούς ασθενείς, επισημαίνοντας τη μείωση του κόστους των φαρμάκων και τη δημιουργία ενός πιο προβλέψιμου περιβάλλοντος για επενδύσεις στην έρευνα και παραγωγή στις ΗΠΑ.
Οι συμφωνίες με τις δύο εταιρείες προβλέπεται να ισχύουν έως τις 20 Ιανουαρίου 2029. Την ίδια ώρα, η συζήτηση για το πώς θα επηρεάσουν τις τιμές των φαρμάκων στις ΗΠΑ αλλά και τις τιμές στις διεθνείς αγορές παραμένει ανοιχτή, καθώς σημαντικές λεπτομέρειες των συμφωνιών δεν έχουν ακόμη δημοσιοποιηθεί.
Πηγές: Fierce Pharma, Washington Post





