Ο Δρ Olayinka Stephen Ilesanmi, γιατρός και επιδημιόλογος, και Επίκουρος Καθηγητής Διοίκησης Υπηρεσιών Υγείας στο Πανεπιστήμιο Fayetteville State, ο οποίος συμμετείχε το 2015 σε αποστολή αντιμετώπισης του Έμπολα στην Αφρική, τονίζει ότι η επιδημία του 2014-2016 στη Δυτική Αφρική προκάλεσε περισσότερα από 28.600 κρούσματα και 11.300 θανάτους. «Κατά τη διάρκεια περίπου έξι μηνών στη Σιέρα Λεόνε, είδα πόσο γρήγορα η νόσος μπορούσε να κατακλύσει οικογένειες και υπηρεσίες υγείας», εξηγεί ο ίδιος και συμπληρώνει: «Τότε έμαθα επίσης ότι οι σωστές ιατρικές συμβουλές μπορεί να αποτύχουν, εάν οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονται εκείνους που τις παρέχουν. Ορισμένες οικογένειες έθαβαν κρυφά τους συγγενείς τους, παρά τις προειδοποιήσεις. Σε ορισμένες κοινότητες, οι ταφικές πρακτικές περιλάμβαναν το πλύσιμο του σώματος και τον ραντισμό των πενθούντων με νερό, πρακτικές που ενείχαν τον κίνδυνο έκθεσης σε μολυσμένα σωματικά υγρά. Η απλή επανάληψη των οδηγιών δεν βοηθούσε. Ωστόσο, όσοι εργαζόμασταν στο πεδίο διαπιστώσαμε ότι η συνεργασία με τις οικογένειες για την ασφαλέστερη πραγματοποίηση των ταφών, με σεβασμό στο πένθος τους, τις βοηθούσε να θρηνήσουν την απώλειά τους και ταυτόχρονα να σταματήσουν τη μετάδοση του ιού», επισημαίνει ο ίδιος.
«Περισσότερο από μία δεκαετία αργότερα, αυτές οι εμπειρίες επανέρχονται στη σκέψη μου. Η επιδημία Έμπολα που εξαπλώνεται σήμερα σε περιοχές της Κεντρικής Αφρικής είναι διαφορετική από εκείνη στην οποία συμμετείχα. Ωστόσο, ένα μάθημα παραμένει ίδιο: η έγκαιρη διεθνής υποστήριξη κάνει τεράστια διαφορά», αναφέρει ο ίδιος στη συνέχεια.
Επιδημία που εξαπλώνεται
Η τρέχουσα επιδημία κηρύχθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) τον Μάιο του 2026. Έως τις 28 Οκτωβρίου 2026, τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC) είχαν καταγράψει 10.305 επιβεβαιωμένα κρούσματα και 4.996 θανάτους σε πέντε χώρες, με νέες ενημερώσεις να δημοσιεύονται καθημερινά. Η ΛΔΚ αντιπροσωπεύει σχεδόν όλα αυτά τα κρούσματα και τους θανάτους.
Πρόκειται ήδη για τη δεύτερη μεγαλύτερη επιδημία Έμπολα που έχει καταγραφεί ποτέ, μετά την επιδημία του 2014-2016.
Η σημερινή επιδημία προκαλείται από τον ιό Bundibugyo, ενώ η επιδημία του 2014-2016 οφειλόταν σε διαφορετικό ιό Έμπολα. Επί του παρόντος, δεν υπάρχει εγκεκριμένο εμβόλιο ή ειδική θεραπεία για τον ιό Bundibugyo.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) προειδοποιεί ότι η καθυστερημένη ανίχνευση, οι θάνατοι εκτός υγειονομικών δομών και η συνεχιζόμενη μετάδοση στη ΛΔΚ εξακολουθούν να αποτελούν σοβαρές ανησυχίες.
Η ΛΔΚ διαθέτει εκτεταμένη εμπειρία στην αντιμετώπιση επιδημιών και οι αφρικανικοί θεσμοί συντονίζουν μια ηπειρωτική αντίδραση. Η Αφρική διαθέτει τεχνογνωσία και ηγεσία. Αυτό που χρειάζεται αυτή τη στιγμή είναι διαρκής υποστήριξη που να φτάνει στην πρώτη γραμμή -γρήγορα, με ασφάλεια και λογοδοσία.
Τι σημαίνει η διεθνής υποστήριξη
Τον Σεπτέμβριο του 2026, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν ότι είχαν διαθέσει 887 εκατομμύρια δολάρια για υγειονομική και ανθρωπιστική βοήθεια σχετική με τον Έμπολα. Το Ηνωμένο Βασίλειο ανακοίνωσε συνεισφορά περίπου 78 εκατομμυρίων λιρών (104 εκατομμυρίων δολαρίων).
Τον Οκτώβριο, η Παγκόσμια Τράπεζα έκανε λόγο για χρηματοδότηση ύψους 426,6 εκατομμυρίων δολαρίων, υφιστάμενη και προγραμματισμένη, για τη ΛΔΚ και τις γειτονικές χώρες. Το Africa Centres for Disease Control and Prevention ανέφερε επίσης ότι σχεδόν 3 δισεκατομμύρια δολάρια σε διεθνείς δεσμεύσεις συγκεντρώθηκαν μετά από προσπάθεια κινητοποίησης τον Σεπτέμβριο.
Ωστόσο, οι δεσμεύσεις δεν ισοδυναμούν με προμήθειες που έχουν παραδοθεί ή υπηρεσίες που έχουν παρασχεθεί, ενώ οι συνεισφορές αυτές έρχονται καθυστερημένα στην επιδημία.
Το 2014, η Βρετανία συνέβαλε στην επέκταση των μονάδων θεραπείας και των επιχειρήσεων ασφαλών ταφών στη Σιέρα Λεόνε. Οι ΗΠΑ κινητοποίησαν υλικοτεχνική υποστήριξη στη Λιβερία, ενώ η Γαλλία βοήθησε τη Γουινέα. Εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας της Αφρικανικής Ένωσης συμμετείχαν μαζί με τις τοπικές ομάδες και άλλους εταίρους.
Η συνεργασία αυτή έσωσε ζωές, αν και η παγκόσμια αντίδραση καθυστέρησε να αναπτυχθεί σε μεγάλη κλίμακα. «Είναι απογοητευτικό για μένα να βλέπω ότι η σημερινή αντίδραση δεν αξιοποίησε αυτή την εμπειρία, χωρίς να περιμένει πρώτα να επεκταθεί περισσότερο η επιδημία», επισημαίνει ο Δρ Olayinka Stephen Ilesanmi.
Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, οι μεγάλες περικοπές στη διεθνή βοήθεια κατά το τελευταίο έτος περιόρισαν τη δυνατότητα ταχύτερης αντίδρασης.
Η επιτυχία της διεθνούς συνεργασίας θα μετρηθεί από το πόσες επαφές εντοπίζονται, πόσο γρήγορα εξετάζονται οι ασθενείς, πόσοι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας διαθέτουν προστατευτικό εξοπλισμό και αμείβονται σταθερά, εάν οι γυναίκες μπορούν να συνεχίσουν να γεννούν με ασφάλεια και εάν οι απομακρυσμένες κοινότητες έχουν πρόσβαση σε φροντίδα.
Δημιουργώντας δεσμούς με τους ανθρώπους στην καθημερινότητά τους
«Η εμπειρία μου στη Σιέρα Λεόνε το 2014», συνεχίζει ο Δρ Olayinka Stephen Ilesanmi «με δίδαξε ότι η εμπιστοσύνη είναι απαραίτητη για τον έλεγχο μιας επιδημίας. Οι οικογένειες χρειάζονται αξιόπιστες εξηγήσεις, έγκαιρη ενημέρωση και ευκαιρίες να θέτουν ερωτήματα. Οι τοπικοί εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας, οι θρησκευτικοί ηγέτες, οι επιζώντες και οι κοινοτικές οργανώσεις μπορούν να συμβάλουν στη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ της αντιμετώπισης μιας έκτακτης ανάγκης και των ανθρώπων που αυτή επιδιώκει να προστατεύσει.
Το χάσμα αυτό μπορεί να είναι μεγάλο ακόμη και όταν μια νόσος είναι ευρέως γνωστή. Ένας συνάδελφος και εγώ πραγματοποιήσαμε το 2014 μια μελέτη με τη συμμετοχή 440 μαθητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη Νιγηρία και διαπιστώσαμε ότι το 95,4% είχε ακούσει για τον Έμπολα. Ωστόσο, μόνο το 42,3% αναγνώριζε τον πυρετό ως πιθανό σύμπτωμα και μόλις το 33,2% γνώριζε τον κίνδυνο που συνδέεται με ορισμένες ταφικές πρακτικές. Διαπιστώνοντας ότι η απλή γνώση της νόσου δεν ήταν αρκετή, ξεκινήσαμε στη συνέχεια εκπαιδευτικές δράσεις για τον Έμπολα σε τοπικά σχολεία της Νιγηρίας».
Ο ίδιος εξηγεί ότι «η ανάγκη για αξιόπιστη ενημέρωση από πηγές εμπιστοσύνης εξακολουθεί να υφίσταται το 2026. Τα μηνύματα ενημέρωσης για τους κινδύνους πρέπει να είναι συνεπή, πολιτισμικά ευαίσθητα και πρακτικά. Αυτό λειτουργεί μόνο όταν οι κοινότητες συμμετέχουν ως εταίροι στην αναγνώριση της νόσου, στην έγκαιρη αναζήτηση φροντίδας, στην παρακολούθηση των επαφών και στις ασφαλείς, αξιοπρεπείς ταφές. Ακόμη και σε περιόδους έκτακτης ανάγκης, οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας δεν μπορούν να αντιμετωπίζουν τις κοινότητες απλώς ως αποδέκτες οδηγιών».
Η προσέγγιση των κοινοτήτων που πλήττονται
Τον Αύγουστο του 2026, το Africa CDC και ο ΠΟΥ κάλεσαν από κοινού σε ενίσχυση της εργαστηριακής και θεραπευτικής δυναμικότητας και σε ταχύτερη παράδοση προμηθειών.
Ωστόσο, στη ΛΔΚ, η ανασφάλεια και ο εκτοπισμός λόγω των συνεχιζόμενων συγκρούσεων, σε συνδυασμό με το κακό οδικό δίκτυο, μπορούν να εμποδίσουν την πρόσβαση των προμηθειών και των ασθενών στα κέντρα θεραπείας. Τα εμπόδια αυτά ενδέχεται επίσης να εμποδίσουν τα εργαστήρια να παραλάβουν δείγματα και τις ομάδες ιχνηλάτησης επαφών να επισκεφθούν τα νοικοκυριά.
Το υπουργείο Υγείας δεν διαθέτει τα μέσα για να επιλύσει αυτά τα προβλήματα μόνο του. Ως εκ τούτου, η αντιμετώπιση απαιτεί συνεργασία μεταξύ των υγειονομικών αρχών, των ανθρωπιστικών οργανώσεων, της τοπικής αυτοδιοίκησης, των υπηρεσιών μεταφορών και των αρμόδιων για την ασφάλεια των αμάχων.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι επενδύσεις σε αυτές τις υπηρεσίες συμβάλλουν στην πρόοδο. Τον Οκτώβριο, η Παγκόσμια Τράπεζα ανέφερε ότι οι χρόνοι ανίχνευσης στη ΛΔΚ, με την υποστήριξη των σχετικών προγραμμάτων, είχαν βελτιωθεί. Αυτό σήμαινε ότι έως τον Σεπτέμβριο τα νέα κρούσματα εντοπίζονταν μέσα σε μία ή δύο ημέρες, μια τεράστια βελτίωση σε σχέση με το διάστημα των 10 ημερών που απαιτούνταν στην αρχή της επιδημίας.
Το βλέμα προς το μέλλον
Επειδή δεν υπάρχει εγκεκριμένο εμβόλιο ή ειδική θεραπεία για τον ιό Bundibugyo, η επιδημία αυτή απαιτεί επίσης προσεκτικά διεξαγόμενη έρευνα. Η κλινική δοκιμή εμβολίου Tumaini, η οποία ξεκίνησε στην Μπουνία της ΛΔΚ τον Οκτώβριο του 2026, αποτελεί σημαντικό βήμα προς την ανάπτυξη ενός πιθανού εμβολίου.
«Η ελπίδα είναι ότι αυτή η προσπάθεια θα αποτρέψει περισσότερες οικογένειες από το να βιώσουν την απώλεια. Θυμάμαι ακόμη τα 11 μέλη της οικογένειας που επέζησαν, εκείνους που επισκέφθηκα στη Σιέρα Λεόνε το 2015. Δεν έμαθα ποτέ τι απέγιναν τελικά, αλλά περισσότερο από μία δεκαετία αργότερα, εξακολουθώ να τους σκέφτομαι», καταλήγει ο Δρ Olayinka Stephen Ilesanmi.
Πηγή: THE CONVERSATION. COM





