Το υπουργείο Υγείας της Πολιτείας της Νέας Υόρκης ανακοίνωσε τη Δευτέρα τον θάνατο ενός παιδιού στην κομητεία Λιούις (Lewis County), ο οποίος συνδέεται με την επιδημία ιλαράς. Πρόκειται για τον πρώτο γνωστό θάνατο που σχετίζεται με την ιλαρά στην πολιτεία εδώ και περισσότερα από 30 χρόνια.
Τον περασμένο μήνα, η κυβερνήτης της Νέας Υόρκης, Κάθι Χόκουλ, κήρυξε την πολιτεία σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω της επιδημίας ιλαράς που εξαπλώνεται σε περιοχές της Νέας Υόρκης και γειτονικών πολιτειών.
«Το υπουργείο έχει προσφέρει πόρους στην κομητεία Λιούις, προκειμένου να υποστηρίξει την ενημέρωση της τοπικής κοινότητας και τις προσπάθειες εμβολιασμού, τόσο ως απάντηση στο συγκεκριμένο περιστατικό όσο και στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων δράσεων για την υποστήριξη των κομητειών που αντιμετωπίζουν την επιδημία», ανέφερε το υπουργείο Υγείας της πολιτείας.
Ο θάνατος σημειώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ βιώνουν τη μεγαλύτερη αναζωπύρωση της ιλαράς εδώ και δεκαετίες.
Τον Οκτώβριο, η Χόκουλ δήλωσε στο Reuters ότι η πολιτεία θα ζητούσε ομοσπονδιακή βοήθεια για τον περιορισμό της επιδημίας. Ωστόσο, δεν επιβεβαίωσε εάν είχε υποβληθεί επίσημο αίτημα προς την Ομάδα Αντιμετώπισης Επιδημιών (Epidemic Intelligence Service – Epi-Aid) των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC).
Σύμφωνα με τα στοιχεία έως τις 24 Οκτωβρίου, η Νέα Υόρκη είχε καταγράψει 178 κρούσματα ιλαράς από την αρχή του έτους. Από αυτά, τα 170 αφορούσαν περιοχές εκτός της Νέας Υόρκης και τα οκτώ την ίδια την πόλη.
Οι υγειονομικές αρχές της πολιτείας ανέφεραν ότι συνεργάζονται με τις υπηρεσίες υγείας των κομητειών και τους τοπικούς φορείς, προκειμένου να προσφέρουν εμβολιασμό κατά της ιλαράς, της παρωτίτιδας και της ερυθράς (MMR) σε ανεμβολίαστα άτομα που το επιθυμούν, καθώς και να διερευνούν τα περιστατικά που αναφέρονται.
Από την πλευρά του, το υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών των ΗΠΑ δήλωσε στο Reuters ότι, κατόπιν αιτήματος της Νέας Υόρκης, το CDC έχει αποστείλει επιδημιολόγους και άλλους ειδικούς, οι οποίοι συνεργάζονται με τις υγειονομικές αρχές της πολιτείας. Η υποστήριξή τους περιλαμβάνει την επιδημιολογική επιτήρηση, την ανάλυση δεδομένων, τον στρατηγικό σχεδιασμό και άλλες δράσεις για την αντιμετώπιση της επιδημίας.
Το CDC έχει καταγράψει τρεις θανάτους που σχετίζονται με την ιλαρά μέσα στο 2026, χωρίς ωστόσο να έχει δημοσιοποιήσει τις πολιτείες στις οποίες σημειώθηκαν.
Η Πενσιλβάνια αποτελεί το επίκεντρο της φετινής επιδημίας στις ΗΠΑ, καθώς έχει αναφέρει 1.433 επιβεβαιωμένα κρούσματα και πέντε θανάτους που συνδέονται με την ιλαρά από την αρχή του έτους.
Η απόκλιση μεταξύ των αριθμών που ανακοινώνονται από τις επιμέρους πολιτείες και των συνολικών στοιχείων του CDC συνδέεται με μια αλλαγή στην πολιτική καταγραφής των θανάτων. Συγκεκριμένα, υπό τον υπουργό Υγείας των ΗΠΑ, Ρόμπερτ Φ. Κένεντι Τζούνιορ, το CDC υιοθέτησε τα δεδομένα θνησιμότητας του Εθνικού Κέντρου Στατιστικών Υγείας (National Center for Health Statistics), αντικαθιστώντας το προηγούμενο σύστημα που βασιζόταν στα στοιχεία των πολιτειακών υγειονομικών υπηρεσιών.
Το πρόβλημα των λάθος διαγνώσεων
Σχεδόν το 7% των περιστατικών ιλαράς στις ΗΠΑ διαγιγνώσκονται αρχικά λανθασμένα, σύμφωνα με νέα μελέτη, γεγονός που ενδέχεται να συμβάλλει στην περαιτέρω εξάπλωση του εξαιρετικά μεταδοτικού ιού.
Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου της Αϊόβα ανέλυσαν 4.651 περιστατικά ιλαράς που καταγράφηκαν μεταξύ 2001 και 2023, αξιοποιώντας δεδομένα από ιδιωτικές και ομοσπονδιακές ασφαλιστικές βάσεις. Από αυτά, τα 381 είχαν λάβει αρχικά λανθασμένη διάγνωση μέσα στις δύο εβδομάδες πριν από την επιβεβαίωση της νόσου.
Σύμφωνα με τη μελέτη, το 81% των καθυστερήσεων στη διάγνωση σημειώθηκε σε εξωτερικά ιατρεία. Το γεγονός προκαλεί ανησυχία, καθώς ο ιός της ιλαράς μπορεί να παραμείνει στον αέρα για αρκετές ώρες, αυξάνοντας τον κίνδυνο μετάδοσης σε χώρους αναμονής και υγειονομικές δομές.
Μεγαλύτερη πιθανότητα λανθασμένης διάγνωσης φαίνεται να έχουν τα παιδιά κάτω των δύο ετών, καθώς και οι ασθενείς στους οποίους συνταγογραφήθηκαν αντιβιοτικά για αναπνευστικά συμπτώματα.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι αρκετοί γιατροί ενδέχεται να μην αναγνωρίζουν αμέσως την ιλαρά, καθώς η νόσος είχε εξαλειφθεί από τις ΗΠΑ το 2000.





