Κάθε χρόνο, η ελονοσία σκοτώνει περισσότερους από 600.000 ανθρώπους σε παγκόσμιο επίπεδο παγκοσμίως, με τους περισσότερους νεκρού να είναι παιδιά κάτω των πέντε ετών στην υποσαχάρια Αφρική.
Ωστόσο, η ασθένεια δεν περιορίζεται σε φτωχές, αγροτικές περιοχές αλλά αποτελεί μια παγκόσμια απειλή που ταξιδεύει μαζί με τους ανθρώπους πέρα από τα σύνορα. Για δεκαετίες, ο αγώνας κατά της ελονοσίας έμοιαζε με τρέξιμο χωρίς να γίνεται ένα βήμα μπροστά. Οι κουνουπιέρες και τα φάρμακα σώζουν ζωές, αλλά η οικογένεια των παρασίτων που προκαλούν την ελονοσία, τα λεγόμενα Plasmodium, εξελίσσεται συνεχώς, βρίσκοντας νέους τρόπους να επιβιώνει. Τα παράσιτα αυτά μεταδίδονται στους ανθρώπους μέσω των τσιμπημάτων μολυσμένων κουνουπιών.
Όμως κάτι φαίνεται αλλάζει στο πεδίο της επιστημονικής έρευνας. «Ως ερευνητής ελονοσίας που εργάζομαι στο διδακτορικό μου, μελετώ πώς το παράσιτο της ελονοσίας αναπτύσσει αντοχή στα φάρμακα. Ξέρω πώς είναι η ελονοσία. Την έχω περάσει ο ίδιος και έχω χάσει ένα μέλος της οικογένειάς μου από αυτήν. Αυτή η εμπειρία με ώθησε να ακολουθήσω αυτόν τον τομέα. Όταν ξεκίνησα αυτή τη δουλειά το 2023, υπήρχαν ελάχιστες καλές επιλογές για την προστασία των μικρότερων παιδιών – της ομάδας που είναι πιο πιθανό να πεθάνει από ελονοσία. Τώρα, για πρώτη φορά στην καριέρα μου, βλέπω πραγματικές ανακαλύψεις να συμβαίνουν ταυτόχρονα: νέα εμβόλια, ισχυρά αντισώματα και εργαλεία γενετικής επιτήρησης που μπορούν να προβλέψουν την αντοχή πριν αυτή εξαπλωθεί», αναφέρει ο Kwesi Akonu Adom Mensah Forson, Υποψήφιος διδάκτορας Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια .
Δύο νέα εμβόλια για παιδιά
Το 2023, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ενέκρινε δύο εμβόλια κατά της ελονοσίας για παιδιά: το RTS,S/AS01, γνωστό και ως Mosquirix, και ένα άλλο που ονομάζεται R21/Matrix-M. Χορηγούνται σε τέσσερις δόσεις, ξεκινώντας περίπου από την ηλικία των πέντε μηνών, και είναι τα πρώτα εμβόλια που αποδείχθηκε ότι προλαμβάνουν τη σοβαρή ελονοσία.
Αν και τα εμβόλια δεν προσφέρουν την απόλυτη προστασία, ωστόσο μειώνουν την εμφάνιση κλινικών κρουσμάτων ελονοσίας στα εμβολιασμένα παιδιά κατά περίπου 75% τον πρώτο χρόνο μετά την αρχική δόση και η προστασία τους εξασθενεί με τον χρόνο. Όμως, όταν συνδυάζονται με κουνουπιέρες και προληπτικά φάρμακα, ήδη αποτρέπουν χιλιάδες θανάτους. Μέχρι τα τέλη του 2025, περίπου 20 χώρες –κυρίως στην Αφρική, όπου το βάρος της ελονοσίας είναι μεγαλύτερο– έχουν εντάξει αυτά τα εμβόλια στα προγράμματα παιδικού εμβολιασμού.
Αυτό έχει τεράστια σημασία, επειδή τα παιδιά κάτω των πέντε ετών δεν έχουν πλήρως ανεπτυγμένο ανοσοποιητικό σύστημα και δεν έχουν αναπτύξει φυσική αντοχή στην ελονοσία. Μία μόνο λοίμωξη μπορεί να αποβεί θανατηφόρα μέσα σε λίγες ώρες.
Το εμβόλιο είναι αποτελεσματικό επειδή περιέχει ένα μόριο που μιμείται μια βασική πρωτεΐνη που υπάρχει στην επιφάνεια του παρασίτου, την πρωτεΐνη circumsporozoite. Αυτό το μόριο εκπαιδεύει το ανοσοποιητικό σύστημα να αναγνωρίζει το παράσιτο μόλις μολυνθεί το άτομο μετά από τσίμπημα κουνουπιού, πριν το παράσιτο προλάβει να κρυφτεί μέσα στα ανθρώπινα κύτταρα.
Το κρυφό αδύναμο σημείο του μικροβίου
Τον Ιανουάριο του 2025, οι ερευνητές έκαναν μια απρόσμενη ανακάλυψη σχετικά με το πώς το παράσιτο της ελονοσίας εισβάλλει στα κύτταρα.
Συγκεκριμένα, για να εισβάλει στα ηπατικά κύτταρα, το παράσιτο πρέπει να αποβάλει μια πυκνή πρωτεΐνη επιφάνειας που λειτουργεί ως προστατευτική ασπίδα. Αυτό εκθέτει στιγμιαία συγκεκριμένα κρυφά σημεία πρωτεϊνών, τα λεγόμενα επιτόπια (epitopes), τα οποία προηγουμένως ήταν αόρατα. Αυτή η παροδική αποκάλυψη θα μπορούσε να δώσει στο ανοσοποιητικό σύστημα την ευκαιρία να αναγνωρίσει το παράσιτο και να σταματήσει την εισβολή του.
Επειδή αυτή η ευαλωτότητα εκτίθεται για ένα μόλις κλάσμα του δευτερολέπτου, οι περισσότερες ανοσολογικές αποκρίσεις τη χάνουν. Ωστόσο, οι επιστήμονες ανακάλυψαν ένα αντίσωμα, το MAD21-101, που είναι αρκετά ακριβές ώστε να το εντοπίζει.
Ένα αντίσωμα είναι ουσιαστικά μια μικροσκοπική «ετικέτα ασφαλείας» που παράγεται από το ανοσοποιητικό σύστημα και μπορεί να προσκολληθεί σε εισβολείς. Ενώ τα συνηθισμένα αντισώματα αποτυγχάνουν να προσκολληθούν λόγω της πρωτεϊνικής ασπίδας του παρασίτου, το MAD21-101 περιμένει τη στιγμή της αποκάλυψης και συνδέεται απευθείας με το εκτεθειμένο σημείο.
Σε εργαστηριακές δοκιμές, αυτή η δράση εμπόδισε το παράσιτο να εισέλθει στα ηπατικά κύτταρα, σταματώντας πλήρως τη μόλυνση. Οι επιστήμονες οραματίζονται τη μετατροπή αυτού του αντισώματος σε θεραπεία που θα προλαμβάνει λοιμώξεις σε βρέφη υψηλού κινδύνου, ενδεχομένως σε συνδυασμό με τα υπάρχοντα εμβόλια, ώστε να ενισχυθεί η προστασία έναντι της ελονοσίας.
Προστασία και θεραπεία των μικρούληδων ασθενών
Λόγω του ανώριμου ανοσοποιητικού τους συστήματος, τα βρέφη αντιμετώπιζαν ιστορικά ένα διπλό κενό: περιορισμένα μέσα πρόληψης της ελονοσίας και σχεδόν καμία ασφαλή θεραπεία προσαρμοσμένη στα μικροσκοπικά τους σώματα όταν τελικά αρρώσταιναν.
Το 2022, ο ΠΟΥ άρχισε να συνιστά μια στρατηγική πρόληψης της ελονοσίας που ονομάζεται διαρκής χημειοπροφύλαξη για βρέφη από την ηλικία των δύο μηνών. Τα βρέφη λαμβάνουν πλήρη δόση ενός τυπικού αντι-ελονοσιακού φαρμάκου, όπως η σουλφαδοξίνη-πυριμεθαμίνη, κατά τη διάρκεια των τακτικών επισκέψεων εμβολιασμού. Η αγωγή αυτή καθαρίζει τα παράσιτα και προσφέρει προσωρινή προστασία, ανεξάρτητα από το αν το παιδί έχει πυρετό ή άλλα συμπτώματα.
Μια νέα θεραπεία έγινε πρόσφατα διαθέσιμη. Το Coartem Baby, που εγκρίθηκε από τις ελβετικές ρυθμιστικές αρχές το 2025, είναι η πρώτη θεραπεία ελονοσίας σχεδιασμένη ειδικά για βρέφη με βάρος που δεν ξεπερνά τα δύο κιλά. Σε αντίθεση με τα παλαιότερα φάρμακα, αυτή η φόρμουλα λαμβάνει με ασφάλεια υπόψη τον ανώριμο μεταβολισμό ενός μωρού. Περιέχει ένα συστατικό, την αρτεμεθέρη, που δρα γρήγορα μειώνοντας άμεσα τον αριθμό των παρασίτων, και ένα δεύτερο συστατικό, τη λουμεφαντρίνη, που παραμένει στο αίμα περισσότερο για να εξουδετερώσει όσα παράσιτα απομένουν.
Υπό παρακολούθηση η εξέλιξη του παρασίτου
Το μικρόβιο της ελονοσίας έχει μια εντυπωσιακή ικανότητα να ξαναγράφει τον γενετικό του κώδικα όταν βρίσκεται υπό πίεση, γεγονός που του επιτρέπει να προσαρμόζεται και να αντέχει στα φάρμακα που έχουν σχεδιαστεί για να το καταστρέψουν. Αυτή η προσαρμοστικότητα απειλεί πλέον την αρτεμισινίνη, τη ραχοκοκαλιά της παγκόσμιας θεραπείας για την ελονοσία, η οποία αρχίζει να αποτυγχάνει σε περιοχές της Αφρικής και της Νοτιοανατολικής Ασίας. Όμως οι ερευνητές φαίνεται πως αποκτούν μια πιο καθαρή εικόνα του πώς αναπτύσσεται η αντοχή και πώς μπορεί να διακοπεί.
Ένα από τα «κόλπα» του μικροβίου είναι να δημιουργεί επιπλέον αντίγραφα γονιδίων που το βοηθούν να επιβιώνει από τη φαρμακευτική αγωγή.
«Στην έρευνα μου χρησιμοποιώ μια τεχνική υψηλής ακρίβειας που μετρά τον αριθμό αυτών των γονιδίων για να εκτιμήσει ένα είδος «βαθμού αντοχής»: ένα παράσιτο με περισσότερα αντίγραφα είναι πολύ καλύτερα εξοπλισμένο να επιβιώσει από τη θεραπεία σε σύγκριση με ένα παράσιτο που έχει μόνο ένα», σημειώνει ο Kwesi Akonu Adom Mensah Forson, και συνεχίζοντας προσθέτει τα εξής: «Επιστήμονες σε όλο τον κόσμο χρησιμοποιούν εργαλεία μοριακής σάρωσης για να εντοπίζουν συγκεκριμένες μεταλλάξεις – αλλαγές ενός μόνο γράμματος στο DNA του παρασίτου – που το καθιστούν πιο ανθεκτικό στο φάρμακο. Για παράδειγμα, ερευνητές στο εργαστήριό μου εργάζονται για να χαρτογραφήσουν τον γενετικό κώδικα του παρασίτου τη στιγμή που αλλάζει, ώστε να εντοπίσουν επικίνδυνες μεταλλάξεις όσο αυτές είναι ακόμη σπάνιες. Αυτό θα έδινε στους ερευνητές χρόνο να εφαρμόσουν εναλλακτικές θεραπείες πριν αρχίσουν να πεθαίνουν παιδιά από ανθεκτικές λοιμώξεις.
Αυτά τα εργαλεία παρακολούθησης επιτρέπουν στους επιδημιολόγους να δημιουργούν συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης που μπορούν να εντοπίζουν πού εμφανίζεται η αντοχή στα φάρμακα και να προβλέπουν πού μπορεί να εξαπλωθεί στη συνέχεια, καθώς το παθογόνο «ταξιδεύει» ανάμεσα στις ηπείρους στο αίμα των ταξιδιωτών. Με βάση αυτές τις προειδοποιήσεις, οι υγειονομικές αρχές μπορούν να αλλάζουν στρατηγικές θεραπείας πριν ένα φάρμακο αποτύχει πλήρως. Επιπλέον, η ακριβής γνώση των γονιδίων που τροποποιεί το παράσιτο μπορεί να επιτρέψει στους ερευνητές να μπλοκάρουν αυτές τις αλλαγές, αποτρέποντας την εμφάνιση αντοχής».
Καταλήγοντας ο υποψήφιος διδάκτορας τονίζει τα εξής: «Η έρευνα για την ελονοσία εισέρχεται σε μια νέα εποχή όπου, παρότι το παράσιτο προσαρμόζεται, επιστήμονες σαν εμένα μπορούν πλέον να προσαρμόζονται ταχύτερα. Μια παιδική ηλικία χωρίς ελονοσία δεν είναι ακόμη εγγυημένη, αλλά για πρώτη φορά στην καριέρα μου μοιάζει με ρεαλιστικό στόχο και όχι με ένα μακρινό όνειρο».
Πηγή: THE CONVERSATION.COM





