Μια νέα, πειραματική εξέταση αίματος για την ανίχνευση του καρκίνου του παχέος εντέρου δείχνει ότι θα μπορούσε να έχει έναν ακόμη πιο σημαντικό ρόλο: να εντοπίζει έγκαιρα τις προκαρκινικές αλλοιώσεις, πριν αυτές εξελιχθούν σε καρκίνο.
Η εξέταση δοκιμάστηκε σε περισσότερους από 1.500 ενήλικες που συμμετείχαν σε προγράμματα προληπτικού ελέγχου με κολονοσκόπηση στην Κίνα, την Ιαπωνία και την Ισπανία. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν στο The Lancet Gastroenterology & Hepatology, η εξέταση εντόπισε το 92% των καρκίνων του παχέος εντέρου στα στάδια Ι, ΙΙ και ΙΙΙ, ενώ ανίχνευσε και το 81% των προχωρημένων αδενωμάτων, δηλαδή πολυπόδων που θεωρούνται προκαρκινικές βλάβες.
Η δυνατότητα εντοπισμού αυτών των αλλοιώσεων είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η αφαίρεσή τους κατά την κολονοσκόπηση μπορεί να εμποδίσει την εξέλιξή τους σε καρκίνο.
Από την ανίχνευση στην πρόληψη
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι μια μη επεμβατική εξέταση που μπορεί να αναγνωρίζει με ακρίβεια προκαρκινικές βλάβες θα μπορούσε στο μέλλον να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται ο προληπτικός έλεγχος.
«Η ανάπτυξη μιας αποδεκτής, εφικτής και μη επεμβατικής εξέτασης που μπορεί να ανιχνεύει με ακρίβεια τις προκαρκινικές αλλοιώσεις του παχέος εντέρου θα μπορούσε να αποτελέσει ένα εξαιρετικά πολύτιμο εργαλείο για την πρόληψη και όχι μόνο για την ανίχνευση του καρκίνου του παχέος εντέρου», σημείωσαν σε συνοδευτικό editorial ερευνητές που δεν συμμετείχαν στη μελέτη.
Η εξέταση είχε επίσης 85% ακρίβεια στην αναγνώριση ανθρώπων χωρίς προκαρκινικές αλλοιώσεις στο παχύ έντερο.
Ένα ακόμη πιθανό πλεονέκτημα είναι ότι μπορεί να διακρίνει μεταξύ αδενωμάτων χαμηλού κινδύνου, αδενωμάτων υψηλού κινδύνου και καρκίνου. Με αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσε μελλοντικά να βοηθήσει τους γιατρούς να αξιολογούν ποιοι ασθενείς χρειάζονται άμεσα κολονοσκόπηση και ποιοι ενδέχεται να μπορούν να παρακολουθηθούν διαφορετικά.
Η κολονοσκόπηση παραμένει το «χρυσό πρότυπο»
Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, η νέα εξέταση δεν είναι ακόμη έτοιμη να αντικαταστήσει την κολονοσκόπηση.
Η κολονοσκόπηση παραμένει η μέθοδος αναφοράς για τον προληπτικό έλεγχο του καρκίνου του παχέος εντέρου. Οι εξετάσεις κοπράνων και αίματος χρησιμοποιούνται κυρίως σε ανθρώπους που δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να υποβληθούν σε κολονοσκόπηση.
Επιπλέον, ένα θετικό αποτέλεσμα της εξέτασης αίματος θα εξακολουθεί να χρειάζεται επιβεβαίωση με κολονοσκόπηση, η οποία επιτρέπει όχι μόνο την άμεση εξέταση του εντέρου αλλά και την αφαίρεση ύποπτων πολυπόδων.
Το γεγονός ότι μια εξέταση αίματος είναι απλούστερη και λιγότερο επεμβατική, ωστόσο, θα μπορούσε να αυξήσει τη συμμετοχή στον προληπτικό έλεγχο. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι είναι πιθανότερο να προχωρήσουν σε κολονοσκόπηση όταν προηγείται ένα θετικό αποτέλεσμα από εξέταση αίματος.
Χρειάζονται μεγαλύτερες μελέτες
Τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, αλλά οι ερευνητές επισημαίνουν ότι χρειάζονται μεγαλύτερες μελέτες πριν η εξέταση μπορέσει να αξιοποιηθεί ευρέως στην κλινική πράξη.
Ένας από τους περιορισμούς που εντοπίστηκαν αφορά τις λεγόμενες άμισχες ή επίπεδες (sessile) αλλοιώσεις, οι οποίες μπορεί να είναι πιο δύσκολο να εντοπιστούν. Η νέα εξέταση ήταν λιγότερο αποτελεσματική στην ανίχνευση αυτών των περιοχών σε σχέση με άλλους τύπους προκαρκινικών πολυπόδων.
Πηγή: Reuters





