Η χαμηλότερη οστική πυκνότητα στη σπονδυλική στήλη συνδέεται με ταχύτερη γνωστική έκπτωση, σύμφωνα με μελέτη ερευνητών του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Radiology» της Ακτινολογικής Εταιρείας της Βόρειας Αμερικής (RSNA).
Η οστική πυκνότητα μετρά την ποσότητα μεταλλικών στοιχείων, όπως το ασβέστιο, σε συγκεκριμένο όγκο οστού. Όταν η οστική πυκνότητα είναι χαμηλή, τα οστά γίνονται πιο αδύναμα και αυξάνεται ο κίνδυνος κατάγματος. Ωστόσο, μέχρι σήμερα υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη σχέση της χαμηλής οστικής πυκνότητας με τη λειτουργία του εγκεφάλου.
Μια διεπιστημονική ερευνητική ομάδα ανέλυσε εκ νέου δεδομένα από τη μελέτη Multi-Ethnic Study of Atherosclerosis (MESA). Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε αξονική τομογραφία θώρακος χωρίς σκιαγραφικό, μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου και γνωστικά τεστ.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν έναν αλγόριθμο βαθιάς μάθησης, ο οποίος αναπτύχθηκε στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins, για να υπολογίσουν την ογκομετρική οστική πυκνότητα των θωρακικών σπονδύλων κατά την έναρξη της μελέτης. Η μέτρηση προέκυψε από τις αξονικές τομογραφίες θώρακος χωρίς σκιαγραφικό 2.086 συμμετεχόντων. Στην τελική ανάλυση συμπεριλήφθηκαν 715 συμμετέχοντες με διαθέσιμη μέτρηση ογκομετρικής οστικής πυκνότητας, οι οποίοι είχαν υποβληθεί τόσο σε μαγνητική τομογραφία όσο και σε γνωστικό έλεγχο.
Οι εξετάσεις μαγνητικής τομογραφίας αναλύθηκαν για τον εντοπισμό περιοχών υπέρπυκνης εστίας στη λευκή ουσία και μειωμένης κλασματικής ανισοτροπίας, δύο μεταβολών στη μικροδομή του εγκεφάλου που συνδέονται με γνωστική έκπτωση και αυξημένο κίνδυνο άνοιας.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η χαμηλότερη οστική πυκνότητα των θωρακικών σπονδύλων κατά την έναρξη της μελέτης συνδεόταν με ταχύτερη επιδείνωση της συνολικής γνωστικής λειτουργίας.
Οι ερευνητές εντόπισαν συσχετίσεις σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου. Η χαμηλότερη ογκομετρική οστική πυκνότητα συνδέθηκε με τη συσσώρευση περιοχών υπέρπυκνης εστίας στη λευκή ουσία του μεσολοβίου, μια περιοχή που συμβάλλει στις εκτελεστικές λειτουργίες, τη μνήμη εργασίας και την προσοχή. Επίσης, συνδέθηκε με ταχύτερη μείωση της συνολικής κλασματικής ανισοτροπίας της λευκής ουσίας στο πρόσθιο σκέλος της έσω κάψας, μιας περιοχής του εγκεφάλου που επίσης συμμετέχει στις εκτελεστικές λειτουργίες.
Οι ερευνητές επισημαίνουν, ωστόσο, ότι τα ευρήματα δεν δείχνουν πως η οστεοπόρωση προκαλεί άνοια. «Η μελέτη αυτή δεν αφορά σχέση αιτίου-αποτελέσματος, αλλά την παρατήρηση ενός μεταβολικού συνδρόμου που μπορεί να προκαλεί τόσο εκφύλιση των οστών όσο και του εγκεφάλου», σημειώνει ο Σαντπούρ Ντεμεχρί, καθηγητής Ακτινολογίας στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ταυτόχρονη εμφάνιση των δύο φαινομένων που παρατηρήθηκε στη μελέτη μπορεί να αντανακλά κοινούς μεταβολικούς παράγοντες της γήρανσης, όπως η αντίσταση στην ινσουλίνη, η δυσλιπιδαιμία και οι ορμονικές μεταβολές κατά την εμμηνόπαυση, και όχι μια άμεση επίδραση των οστών στον εγκέφαλο.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι ο εντοπισμός ατόμων με χαμηλή ογκομετρική οστική πυκνότητα θα μπορούσε να βοηθήσει στον εντοπισμό ανθρώπων που διατρέχουν κίνδυνο παράλληλης επιδείνωσης της υγείας του σκελετού και του νευρικού συστήματος, επιτρέποντας την έγκαιρη διενέργεια ελέγχων και την αντιμετώπιση κοινών παραγόντων κινδύνου.
Πηγή: ΑΠΕ -ΜΠΕ





