Η Γ.Σ. του ΣΦΕΕ εξέδωσε ψήφισμα με το οποίο χτυπάει καμπανάκι κινδύνου για τον κλάδο του φαρμάκου με έμφαση στη δημόσια υποχρηματοδότηση η οποία -σύμφωνα με τον σύνδεσμο- προκαλεί καθυστερήσεις στην προώθηση της καινοτομίας και ταυτόχρονο απειλεί την πρόσβαση των ασθενών στις θεραπείες που έχουν ανάγκη.
Στο ψήφισμα επισημαίνονται αρχικά οι κίνδυνοι που θα προκύψουν από τη γεωπολιτική αστάθεια και ιδιαίτερα από την κρίση στη Μέση Ανατολή που απειλεί να αναδιαμορφώσει την παγκόσμια οικονομία.
Ο ΣΦΕΕ προτείνει συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις για τη βιωσιμότηα του συστήματος υγείας ζητώντας μεταξύ άλλων τη θέσπιση ανώτατου ορίου στο clawback.
Το ψήφισμα
Το πλήρες κείμενο της ανακοίνωσης έχει ως εξής:
«Βρισκόμαστε σε μια περίοδο έντονων διεθνών και ευρωπαϊκών εξελίξεων που καθιστούν αβέβαιες τις προοπτικές για την οικονομία, την κοινωνία και το φάρμακο στη χώρα μας. Οι γεωπολιτικές εντάσεις στην ευρύτερη περιοχή και η μεταβλητότητα του διεθνούς φαρμακευτικού περιβάλλοντος συντηρούν ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας. Η κρίση στη Μέση Ανατολή, εάν παραταθεί, θα επιφέρει σημαντικές οικονομικές επιβαρύνσεις σε όλη την υφήλιο.
Παράλληλα, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ασκούν πιέσεις σε εξαγωγές, τουρισμό, επενδύσεις και στον φαρμακευτικό κλάδο, σε ένα περιβάλλον αναδιαμόρφωσης της παγκόσμιας οικονομίας, υπό την επίδραση και της αρχής MFN (Most Favorable Nations). Υπό αυτές τις συνθήκες, ο εφησυχασμός δεν αποτελεί επιλογή. Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη δεν έχει ακόμη προσαρμοστεί επαρκώς στις νέες απαιτήσεις διεθνούς ανταγωνιστικότητας, ενώ η πρόσφατη φαρμακευτική νομοθεσία, αν και βελτιωμένη, δεν επαρκεί για να γεφυρώσει το χάσμα με τις ΗΠΑ και την Κίνα.
Σε εθνικό επίπεδο, οι προκλήσεις παραμένουν ιδιαίτερα έντονες. Η φαρμακευτική αγορά στην Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό σημαντική πίεση, καθώς η δημόσια χρηματοδότηση αυξάνεται με σαφώς χαμηλότερο ρυθμό σε σχέση με τη συνολική φαρμακευτική δαπάνη (3,65% έναντι 10,9% την περίοδο 2019–2024). Η τακτική αυτή οδηγεί σε συνεχή και δυσανάλογη αύξηση κατά 20% ετησίως των υποχρεωτικών επιστροφών – ‘έχουν ξεπεράσει πλέον το 58% κατά μέσο όρο. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια η συνεισφορά της φαρμακοβιομηχανίας στη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη είναι μεγαλύτερη από αυτήν της Πολιτείας, γεγονός που αποτελεί Ευρωπαϊκό ρεκόρ – και μάλλον και παγκόσμιο ρεκόρ!
Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε τα θετικά βήματα που έχουν πραγματοποιηθεί από την Πολιτεία, όπως η στήριξη στο RDP, η δρομολόγηση του Ταμείου Καινοτομίας και η ενίσχυση της χρηματοδότησης μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Όμως, το υφιστάμενο χρηματοδοτικό κενό παραμένει. Ως αποτέλεσμα, μόλις ένα στα πέντε νέα καινοτόμα φάρμακα καθίσταται διαθέσιμο στη χώρα, ενώ η υπέρμετρη επιβάρυνση του κλάδου λειτουργεί αποτρεπτικά για την καινοτομία. Η Ελλάδα είναι η χώρα με τις χαμηλότερες τιμές πρωτοτύπων φαρμάκων σε συνδυασμό με τις υψηλότερες επιστροφές στην Ευρώπη.
Η απουσία ελέγχου της συνταγογράφησης και η έλλειψη ρήτρας συνυπευθυνότητας περιορίζουν τα κίνητρα για την αποτελεσματική συγκράτηση της δαπάνης. Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις (Μελέτη Deloitte), η συνολική φαρμακευτική δαπάνη ενδέχεται να φτάσει τα €10,5 δισ. έως το 2028, με περαιτέρω σημαντική αύξηση των επιστροφών από τη βιομηχανία, εφόσον δεν υπάρξει αναθεώρηση της χρηματοδοτικής πολιτικής.
Για τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας απαιτείται ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων:
- Σταδιακή ενίσχυση της δημόσιας χρηματοδότησης και ταυτόχρονη βελτίωση της αποδοτικότητας των πόρων, μέσω ψηφιακών εργαλείων και ενισχυμένων ελέγχων. Το φάρμακο οφείλει να αντιμετωπίζεται ως επένδυση στη δημόσια υγεία, με σημαντικές έμμεσες εξοικονομήσεις.
- Θέσπιση ανώτατου ορίου (cap) στις υποχρεωτικές επιστροφές (clawback) και υιοθέτηση πλαισίου συνυπευθυνότητας μεταξύ Πολιτείας και φαρμακοβιομηχανίας όπως ισχύει σε πλείστες άλλες χώρες της Ευρώπης.
- Κίνητρα για ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας, της Έρευνας και Ανάπτυξης (κλινικών μελετών), καθώς και της συνεργασίας μεταξύ ελληνικών και διεθνών επιχειρήσεων και ακαδημαϊκών ιδρυμάτων.
Το 2026 μπορεί να είναι μια χρονιά που θα φέρει ραγδαίες εξελίξεις στον τομέα του φαρμάκου. Η υφιστάμενη συνεργασία με την Πολιτεία οφείλει να ενισχυθεί και να αποδώσει μετρήσιμα αποτελέσματα. Η αξία της καινοτομίας πρέπει να αναγνωριστεί ουσιαστικά, τόσο για τους ασθενείς όσο και για τη βιωσιμότητα του Συστήματος Υγείας. Επιπλέον, η σύνδεση της καινοτομίας με την εγχώρια παραγωγή και χρήση γενοσήμων και βιοομοειδών μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο μοχλό ανάπτυξης.
Παρά τις προκλήσεις, ο φαρμακευτικός κλάδος επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην εθνική οικονομία, με περίπου 119.000 θέσεις εργασίας και συμμετοχή 3,1% στο ΑΕΠ. Για να διατηρηθεί και να αξιοποιηθεί περαιτέρω η δυναμική του κλάδου χρειάζεται η υλοποίηση βιώσιμων και αποτελεσματικών λύσεων άμεσα. Η Πολιτεία καλείται να θέσει την Υγεία και το φάρμακο στο επίκεντρο της πολιτικής της, με συνέπεια και απτά αποτελέσματα.
Ο ΣΦΕΕ θα συνεχίσει να διαμορφώνει τεκμηριωμένες προτάσεις πολιτικής υγείας, με στόχο τη διασφάλιση ενός βιώσιμου και ανθεκτικού συστήματος υγείας, την αποτελεσματική εκπροσώπηση των μελών του και, πρωτίστως, την απρόσκοπτη πρόσβαση των Ελλήνων ασθενών στις αναγκαίες θεραπείες. Σε αυτήν ειδικά τη συγκυρία, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, η ενιαία φωνή του κλάδου είναι το απόλυτο ζητούμενο που μπορεί να μας φέρει πιο κοντά σε βιώσιμες λύσεις.
Μέσα από τις πρωτοβουλίες του ο ΣΦΕΕ, θα εξακολουθήσει να αναδεικνύει την κρίσιμη καμπή στην οποία βρίσκεται το σύστημα υγείας και η φαρμακευτική πολιτική, θέτοντας με σαφήνεια ένα καίριο ερώτημα: θα επιλέξουμε, ως χώρα, να επενδύσουμε σε ένα σύγχρονο, χρηματοδοτικά βιώσιμο σύστημα υγείας που προάγει την καινοτομία, ενισχύει την έρευνα και διασφαλίζει την έγκαιρη πρόσβαση των ασθενών σε νέες θεραπευτικές επιλογές; Ή θα επιτρέψουμε τη διαιώνιση χρόνιων στρεβλώσεων που υπονομεύουν τόσο τη λειτουργία του συστήματος όσο και την ευημερία των ασθενών;
Το μέλλον της υγείας δεν είναι αυτονόητο. Είναι επιλογή. Διότι η βελτίωση της υγείας των πολιτών αποτελεί προϋπόθεση για μια ισχυρή και βιώσιμη οικονομία».





