Το 2025, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε το πολυσυζητημένο εκτελεστικό διάταγμα του «Πλέον Ευνοούμενου Κράτους» (Most Favoured Nation – MFN) για τις τιμές των φαρμάκων, με το βασικό επιχείρημα ότι οι Αμερικανοί «δεν θα πρέπει να αναγκάζονται να επιδοτούν τα φθηνά συνταγογραφούμενα και τα βιολογικά σκευάσματα σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες».
Το επιχείρημα υπέρ της πολιτικής MFN συνδυάζει μια διαμαρτυρία, μια κατηγορία και μια προτεινόμενη λύση. Η διαμαρτυρία αφορά το γεγονός ότι οι Αμερικανοί πληρώνουν περισσότερα για τα φάρμακά τους επειδή οι Ευρωπαίοι πληρώνουν λιγότερα. Η κατηγορία είναι ότι η Ευρώπη επωφελείται από τη φαρμακευτική καινοτομία, αφήνοντας τους Αμερικανούς να επωμίζονται μεγαλύτερο από το δίκαιο μερίδιό τους στο κόστος της. Η προτεινόμενη λύση είναι η τιμολόγηση βάσει της αρχής του Πλέον Ευνοούμενου Κράτους, η οποία συνδέει τις τιμές στις ΗΠΑ με εκείνες που καταβάλλονται σε άλλες εύπορες χώρες. Η σχετική μελέτη που δημοσιεύεται στο Egmont Paper (τεύχος 142, Οκτώβριος 2026) εξετάζει ξεχωριστά το καθένα από αυτά τα σκέλη του επιχειρήματος.
Οικονομικά στοιχεία και τρόπος οργάνωσης της αγοράς
Μπορεί η διαμαρτυρία αυτή να τεκμηριωθεί με οικονομικά στοιχεία και ορθή ανάλυση; Οι Αμερικανοί πράγματι πληρώνουν σημαντικά υψηλότερες τιμές για τα επώνυμα φάρμακα. Ωστόσο, σύμφωνα με την καθιερωμένη οικονομική ανάλυση των άλλων αγορών, ο κατασκευαστής καθορίζει την τιμή που μεγιστοποιεί τα κέρδη του σε κάθε αγορά ανεξάρτητα από την τιμή που εξασφαλίζει στις υπόλοιπες. Επομένως, το γεγονός ότι οι τιμές στην Ευρώπη είναι χαμηλότερες δεν συνεπάγεται από μόνο του ότι οι τιμές στις ΗΠΑ είναι υψηλότερες.
Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι οι τιμές στις ΗΠΑ αντανακλούν τον τρόπο οργάνωσης της αμερικανικής αγοράς: οι κατασκευαστές καθορίζουν οι ίδιοι τις αρχικές τιμές διάθεσης των φαρμάκων, οι αγορές πραγματοποιούνται μέσω ενός κατακερματισμένου συστήματος προμηθειών και δεν υπάρχει ένας ενιαίος διαπραγματευτής που να αξιολογεί το φάρμακο προτού καθοριστεί η τιμή του.
Στη σχετική μελέτη του Ινστιτούτου Egmont τονίζεται ότι οι επιμέρους διαφοροποιήσεις που θα μπορούσαν να διατυπωθούν σε σχέση με την καθιερωμένη αυτή ανάλυση δεν αλλάζουν το βασικό συμπέρασμα: η αιτιώδης σύνδεση μεταξύ των δύο τιμών προκύπτει πιθανότερα όταν μια πολιτική τις συνδέει σκόπιμα, συνήθως μέσω της διεθνούς τιμολόγησης αναφοράς (international reference pricing).
Η επιβολή μιας τέτοιας σύνδεσης θα οδηγούσε σε σημαντική αύξηση των τιμών στις μικρότερες αγορές, ενώ θα μείωνε τις τιμές στις ΗΠΑ μόνο σε περιορισμένο βαθμό.
Η κατηγορία εγείρει ένα διαφορετικό, δεύτερο ερώτημα: ποια θα ήταν μια δίκαιη συνεισφορά; Οι τιμές στις ΗΠΑ δεν αποτελούν αυτονόητο σημείο αναφοράς για την αξιολόγηση αυτή.
Το Ινστιτούτο Egmont υποστηρίζει ότι μια απόφαση σχετικά με το ποσό που είναι διατεθειμένη να δαπανήσει μια κοινωνία για μια θεραπεία λογίζεται ως δίκαιη όταν λαμβάνεται συλλογικά, με βάση τα καλύτερα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα και στο πλαίσιο μιας δίκαιης κατανομής των πόρων.
Στην Ευρώπη, η καθολική υποχρεωτική ασφάλιση και η συλλογική αξιολόγηση της θεραπευτικής αξίας των φαρμάκων ανταποκρίνονται σε αυτές τις προϋποθέσεις.
Ο παράγοντας «μελλοντικοί ασθενείς»
Μια δίκαιη επιλογή λαμβάνει επίσης υπόψη τους μελλοντικούς ασθενείς, και η Ευρώπη μεριμνά και γι' αυτούς: οι τιμές των φαρμάκων της βρίσκονται σημαντικά πάνω από το κόστος παραγωγής, ενώ παράλληλα στηρίζει την έρευνα μέσω δημόσιας χρηματοδότησης -αν και σε μικρότερο βαθμό από ό,τι οι ΗΠΑ-, φορολογικών κινήτρων και προστασίας από τον ανταγωνισμό.
Οι πληρωμές στις ΗΠΑ αποτελούν το αποτέλεσμα μιας εγχώριας πολιτικής επιλογής, η οποία επιτρέπει στους καλά ασφαλισμένους πολίτες να έχουν γρήγορα πρόσβαση σε καινοτόμα φάρμακα υψηλού επιπέδου και παγκόσμιας κυκλοφορίας, με τίμημα τις ανισότητες στην πρόσβαση στην περίθαλψη, τις οποίες τα ευρωπαϊκά συστήματα απλώς δεν αποδέχονται.
Ασφαλώς, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η έρευνα και ανάπτυξη (Ε&Α) στον φαρμακευτικό τομέα παράγει ένα διεθνές δημόσιο αγαθό, από το οποίο δυνητικά μπορεί -και πρέπει- να επωφεληθεί κάθε χώρα ανά τον κόσμο.
Ωστόσο, οι χαμηλότερες δαπάνες σε σύγκριση με τις ΗΠΑ δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ότι η Ευρώπη επωφελείται άδικα από ένα δημόσιο αγαθό που δημιουργείται κυρίως στις ΗΠΑ. Με άλλα λόγια, δεν αποδεικνύεται ότι η Ευρώπη μπορεί να κατηγορηθεί για δωρεάν εκμετάλλευση της συνεισφοράς άλλων (free riding).
Το τρίτο ερώτημα αφορά την προτεινόμενη λύση: θα εξυπηρετούσε πράγματι τον διακηρυγμένο στόχο; Όλα τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι ενέχει τον κίνδυνο να επιβάλει σημαντικό -ακόμη και αποσταθεροποιητικό- κόστος στα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας, αποφέροντας συγκριτικά περιορισμένα οφέλη στις ΗΠΑ.
Από τη στιγμή που η τιμή στις ΗΠΑ συνδέεται με αυτή στην Ευρώπη, ο παρασκευαστής έχει ισχυρό κίνητρο να αρνείται την προσφορά χαμηλότερων τιμών στο εξωτερικό, ενώ η δυνατότητα του ευρωπαίου αγοραστή να αποσύρει την προσφορά του χάνει μεγάλο μέρος της διαπραγματευτικής της ισχύος.
Σύμφωνα με ένα οικονομικό υπόδειγμα του 2022 ότι οι τιμές στη χώρα αναφοράς περίπου θα τριπλασιάζονταν, ενώ οι τιμές στις ΗΠΑ θα μειώνονταν κατά 7,5% έως 15%. Όσο μικρότερη είναι η χώρα, τόσο μεγαλύτερη θα ήταν η προσαρμογή που θα απαιτούνταν.
Ούτε η διαφορά μεταξύ των τιμών αλλά ούτε και η ευθύνη στήριξης της καινοτομίας θεμελιώνουν κάποια υποχρέωση ανάληψης αυτού του κόστους.
Κατευθύνσεις πολιτικής
Από τα παραπάνω προκύπτουν τρεις βασικές κατευθύνσεις πολιτικής.
Πρώτον, δεδομένου του κινδύνου διαταραχής των ευρωπαϊκών πολιτικών υγείας συνολικά, η Ευρώπη θα πρέπει να υπερασπιστεί το μοντέλο καθολικής πρόσβασης στην περίθαλψη και των τιμών που καθορίζονται κατόπιν διαπραγμάτευσης και βάσει επιστημονικών τεκμηρίων, αξιοποιώντας το μέσο της Ένωσης κατά του οικονομικού εξαναγκασμού, αντί να ενεργεί κάθε κράτος μέλος ξεχωριστά.
Δεύτερον, θα πρέπει να παρέμβει εκεί όπου πράγματι υστερεί στον τομέα της καινοτομίας: στο πέρασμα από την ανακάλυψη στην ανάπτυξη νέων φαρμάκων, γεφυρώνοντας το χάσμα ως προς τη διαθεσιμότητα κεφαλαίων και την επιχειρηματική κλίμακα.
Τέλος, όταν οι τιμές και οι εισφορές χρησιμοποιούνται ως κίνητρα, θα πρέπει να κατευθύνονται στοχευμένα προς την έρευνα και την παραγωγή στην Ευρώπη, στο πλαίσιο μιας κοινής ευρωπαϊκής προσέγγισης και όχι μέσω εθνικών προτιμήσεων.
Πηγή: EGMONT INSTITUTE





