Η γιόγκα θεωρείται ένας προσιτός τρόπος άσκησης και βελτίωσης της ευεξίας. Δεν απαιτεί απαραίτητα συνδρομή σε γυμναστήριο, εξειδικευμένο εξοπλισμό ή την παρουσία άλλων ατόμων για να την εξασκήσει κανείς.
Στην πράξη, όμως, η πρόσβαση στη γιόγκα στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι ευκολότερη για ορισμένες κοινωνικές ομάδες απ’ ό,τι για άλλες. Η γιόγκα συνδέεται ολοένα και περισσότερο με την κοινωνική συνταγογράφηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας (NHS), μέσω της οποίας οι ασθενείς παραπέμπονται σε μη κλινικές δραστηριότητες που προάγουν την υγεία και παρέχονται από κοινοτικούς και εθελοντικούς φορείς. Ωστόσο, η διαθεσιμότητα, η προσβασιμότητα και το κόστος αυτών των υπηρεσιών διαφέρουν σημαντικά από περιοχή σε περιοχή. Στην έρευνά της, η Sally S.J. Brown, ερευνήτρια του πανεπιστημίου Leeds Beckett, διαπίστωσε ότι ορισμένοι από εκείνους που θα μπορούσαν να ωφεληθούν περισσότερο από τη γιόγκα συναντούν σημαντικά εμπόδια στη συμμετοχή τους.
Τα διαθέσιμα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η συμμετοχή στη γιόγκα στο Ηνωμένο Βασίλειο αφορά κυρίως μια συγκεκριμένη δημογραφική ομάδα. Σύμφωνα με έρευνα του 2020 σε μαθητές και εκπαιδευτές γιόγκα, το 91% των συμμετεχόντων ήταν λευκοί, το 71% είχε πανεπιστημιακή εκπαίδευση και το 87% ήταν γυναίκες. Τα στοιχεία αυτά έρχονται σε αντίθεση με τη φήμη της γιόγκα ως μιας πρακτικής ανοιχτής σε όλους.
Πολλές από τις ομάδες που εκπροσωπούνται λιγότερο στους χώρους της γιόγκα είναι οι ίδιες που αντιμετωπίζουν χειρότερα αποτελέσματα υγείας και μεγαλύτερες ανισότητες στην υγεία, δηλαδή διαφορές στην κατάσταση της υγείας που είναι τόσο άδικες όσο και αποτρέψιμες. Αν η γιόγκα χρησιμοποιείται ως εργαλείο δημόσιας υγείας και ευεξίας, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε ποιοι μπορούν πραγματικά να την πληρώσουν, να έχουν πρόσβαση σε αυτήν και να αισθανθούν ότι είναι ευπρόσδεκτοι.
Σύνδεση σώματος και νου
Η γιόγκα είναι μια πρακτική που συνδυάζει σώμα και νου και έχει τις ρίζες της στην αρχαία Νότια Ασία. Περιλαμβάνει ασκήσεις αναπνοής (πραναγιάμα), φιλοσοφία, ενσυνειδητότητα (mindfulness), διαλογισμό και σωματική άσκηση. Έρευνες δείχνουν ότι μπορεί να βοηθήσει ορισμένους ανθρώπους στη διαχείριση προβλημάτων σωματικής και ψυχικής υγείας, όπως ο χρόνιος πόνος στη μέση, το στρες, τα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης, αλλά και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής και στη μείωση της κόπωσης σε ορισμένους επιζώντες καρκίνου. Αν και η ποιότητα των επιστημονικών δεδομένων διαφέρει ανάλογα με την πάθηση, η γιόγκα αναγνωρίζεται ευρέως ως μια πρακτική που μπορεί να υποστηρίξει την υγεία.
Η Brown είναι δασκάλα γιόγκα με αντικείμενο την ένταξη και τις κοινωνικά περιθωριοποιημένες ομάδες, και μάλιστα σε υποβαθμισμένες γειτονιές πόλεων της βόρειας Αγγλίας, όπου τα μαθήματα επιδοτούνται και προσελκύουν πολύ πιο διαφορετικό κοινό από ό,τι οι περισσότεροι χώροι γιόγκα. Όπως ισχυρίζεται «aυτό με οδήγησε να διερευνήσω γιατί η γιόγκα στη Βρετανία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από τόσο περιορισμένη ποικιλομορφία».
«Στο επερχόμενο βιβλίο μου, The Diversity Gap in UK Yoga: Outsider Perspectives, εξέτασα τις εμπειρίες πρόσβασης στη γιόγκα ανθρώπων που υποεκπροσωπούνται στους χώρους της, όπως άτομα με χαμηλό εισόδημα, άτομα με αναπηρία, άνθρωποι με υψηλό δείκτη μάζας σώματος και μέλη εθνοτικών μειονοτήτων», συμπληρώνει και προσθέτει: «Κατά την ανάλυση των συνεντεύξεων δεν εστίασα μόνο στα εμπόδια που περιέγραφαν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες, αλλά και στις βαθύτερες σχέσεις εξουσίας και ανισότητας που επηρέαζαν τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονταν διαφορετικά σώματα, κοινωνικά υπόβαθρα και ανάγκες στους χώρους της γιόγκα. Έτσι κατέστη δυνατό να αναδειχθούν πολιτισμικά εμπόδια που διαφορετικά θα παρέμεναν αόρατα».
Τα εμπόδια στη συμμετοχή
Σύμφωνα με την Brown ορισμένα εμπόδια ήταν καθαρά πρακτικά. Τα μαθήματα συχνά πραγματοποιούνταν σε ώρες ή τοποθεσίες που δυσκόλευαν τη συμμετοχή, δεν ήταν εύκολα προσβάσιμα με τα μέσα μεταφοράς, είχαν υψηλό κόστος ή απαιτούσαν την αγορά ειδικού ρουχισμού και εξοπλισμού.
Άλλα εμπόδια σχετίζονταν με την εικόνα που είχαν οι άνθρωποι για τη γιόγκα πριν ακόμη τη δοκιμάσουν. Κάποιοι πίστευαν ότι ήταν υπερβολικά απαιτητική σωματικά, ενώ άλλοι θεωρούσαν ότι δεν προσφέρει αρκετή άσκηση. Υπήρχαν επίσης όσοι τη θεωρούσαν «όχι αρκετά μοντέρνα» ή πίστευαν ότι απευθύνεται αποκλειστικά σε ανθρώπους αδύνατους, ευλύγιστους, αθλητικούς ή ήδη εξοικειωμένους με τους χώρους άσκησης.
Ορισμένοι αποθαρρύνονταν και από πρακτικές που τους φαίνονταν ξένες, όπως οι ψαλμωδίες, ιδιαίτερα όταν δεν συνοδεύονταν από επαρκείς εξηγήσεις.
Συνεχίζοντας στην ανάλυσή της η Brown υποστηρίζει ότι υπήρχαν και βαθύτερα πολιτισμικά εμπόδια, που συνδέονταν με τη νοοτροπία των ίδιων των χώρων γιόγκα. Κάποιοι συμμετέχοντες αισθάνονταν αποκλεισμένοι επειδή συχνά παραβλέπονταν τα πραγματικά εμπόδια πρόσβασης ή θεωρούνταν ότι αυτά μπορούσαν να ξεπεραστούν απλώς με επιμονή, αυτοπεποίθηση ή «θετική στάση», αντί να αντιμετωπιστούν οι ίδιες οι αιτίες τους.
Η εκπροσώπηση
Σημαντικό ρόλο έπαιζε επίσης η εκπροσώπηση. Για αρκετούς ανθρώπους ήταν αποθαρρυντικό να μη βλέπουν κανέναν που να τους μοιάζει στον χώρο.
Παράλληλα, ορισμένοι συμμετέχοντες με καταγωγή ή θρησκευτικό υπόβαθρο από τη Νότια Ασία αισθάνονταν αποξενωμένοι όταν οι νοτιοασιατικές ρίζες της γιόγκα αγνοούνταν, απλουστεύονταν ή παρουσιάζονταν με τρόπους που θεωρούσαν ακατάλληλους. Επιπλέον, η διαδεδομένη αντίληψη ότι η γιόγκα είναι από τη φύση της μια απόλυτα φιλόξενη πρακτική δυσκόλευε την έκφραση κριτικής. Όταν οι προβληματισμοί αποθαρρύνονται, τα προβλήματα πρόσβασης είναι λιγότερο πιθανό να αναγνωριστούν και να αντιμετωπιστούν.
«Η έρευνά μου βοηθά να εξηγηθεί γιατί η γιόγκα στο Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να αποτελεί κυρίως δραστηριότητα λευκών και μεσοαστικών κοινωνικών ομάδων και γιατί αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν χρησιμοποιείται ως εργαλείο προαγωγής της υγείας και της ευεξίας. Διαπιστώθηκε ότι τα άτομα από περιθωριοποιημένες κοινωνικές ομάδες συναντούν πρακτικά, αντιληπτικά και πολιτισμικά εμπόδια όταν επιχειρούν να ασχοληθούν με τη γιόγκα. Πρόκειται για ομάδες που ήδη αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στην υγεία και στην πρόσβαση στις υπηρεσίες φροντίδας» επισημαίνει η Brown και καταλήγοντας τονίζει ότι «τα ευρήματα αυτά δίνουν στους εκπαιδευτές γιόγκα, στα στούντιο και στους κοινοτικούς φορείς την ευκαιρία να επανεξετάσουν τις πρακτικές τους και να καταστήσουν τη γιόγκα πραγματικά πιο προσβάσιμη για ανθρώπους που μέχρι σήμερα συχνά αποκλείονται».
Πηγή: THE CONVERSATION. COM





