Σημαντικά στοιχεία για τις επιδράσεις της νηστείας στον ανθρώπινο οργανισμό φέρνει στο φως μελέτη του Ινστιτούτου Καινοτομίας του Ερευνητικού Κέντρου Βιοϊατρικών Επιστημών «Αλέξανδρος Φλέμινγκ».
Όπως ανέφερε στο ΕΡΤNews και την εκπομπή «Συνδέσεις» η ερευνήτρια γενετικής ανθρώπου Αντιγόνη Δήμα, η έρευνα εστιάζει στις μοριακές συνέπειες της νηστείας, δηλαδή της αποχής από ζωικά προϊόντα, και στον τρόπο με τον οποίο αυτή επηρεάζει τη λειτουργία του οργανισμού.
Η μελέτη, που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, περιλαμβάνει 200 άτομα που ακολουθούν συστηματικά τη νηστεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας για περίπου 190 ημέρες τον χρόνο, καθώς και 211 άτομα χωρίς διατροφικούς περιορισμούς.
Οι συμμετέχοντες εξετάστηκαν σε δύο φάσεις, σε περίοδο ελεύθερης διατροφής και μετά από τέσσερις εβδομάδες νηστείας προκειμένου να αποτυπωθούν οι μεταβολές σε βιολογικούς και μοριακούς δείκτες.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, καταγράφηκε μείωση της ολικής και της «κακής» χοληστερίνης σε ποσοστό που προσεγγίζει το 10%, ενώ βελτίωση παρουσιάστηκε και σε δείκτες που σχετίζονται με τη λειτουργία του ήπατος και των νεφρών. Παράλληλα, παρατηρήθηκε πτώση δεικτών φλεγμονής.
Πιο αναλυτικά όπως προκύπτει από τη δημοσίευση της έρευνας:
Το έντερο προσαρμόζεται πιο γρήγορα απ’ όσο νομίζουμε
Κατά τη διάρκεια της νηστείας, το μικροβίωμα του εντέρου (δηλαδή τα «καλά» βακτήρια που ζουν μέσα μας) αλλάζει γρήγορα. Ορισμένα βακτήρια που σχετίζονται με την κατανάλωση κρέατος και γαλακτοκομικών μειώνονται, ενώ άλλα που συνδέονται με φυτικές τροφές αυξάνονται.
Παρότι παρατηρείται μια μείωση στη μικροβιακή ποικιλία, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα κάτι αρνητικό. Οι επιστήμονες τονίζουν ότι δεν μετράει μόνο «πόσα» βακτήρια έχουμε, αλλά κυρίως «τι κάνουν». Το μικροβίωμα φαίνεται να προσαρμόζεται στις νέες διατροφικές συνθήκες, εξυπηρετώντας τις ανάγκες του οργανισμού.
Λιγότερα ζωικά προϊόντα, διαφορετική βιολογία
Η αποχή από ζωικά τρόφιμα οδηγεί σε χαμηλότερη πρόσληψη χοληστερόλης και λιπαρών. Αυτό αντικατοπτρίζεται και στο αίμα, με βελτιώσεις σε λιπίδια και άλλους μεταβολικούς δείκτες.
Παράλληλα, μειώνονται συγκεκριμένα βακτήρια που συνδέονται με φλεγμονές ή μεταβολικές διαταραχές, ενώ ενεργοποιούνται μηχανισμοί που βοηθούν τον οργανισμό να «αντισταθμίσει» την έλλειψη ορισμένων θρεπτικών συστατικών. Για παράδειγμα, το μικροβίωμα αυξάνει την παραγωγή ουσιών όπως:
- τρυπτοφάνη (σημαντική για διάθεση και ύπνο)
- βιταμίνη Β2 (κρίσιμη για ενέργεια και μεταβολισμό)
Οφέλη πέρα από το έντερο
Οι αλλαγές δεν περιορίζονται στο πεπτικό σύστημα. Η έρευνα δείχνει ότι η νηστεία μπορεί να επηρεάσει:
- δείκτες φλεγμονής
- επίπεδα σακχάρου και ινσουλίνης
- λειτουργία των νεφρών (π.χ. μείωση ουρίας λόγω χαμηλότερης πρωτεΐνης)
Αυτές οι μεταβολές δείχνουν ότι η διατροφή «επικοινωνεί» με πολλά συστήματα του σώματος ταυτόχρονα – από το ανοσοποιητικό μέχρι τον μεταβολισμό.
Όπως εξήγησε η κα. Δήμα, τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η νηστεία συνδέεται με ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος και επαναπρογραμματισμό του μεταβολισμού σε μοριακό επίπεδο.
Παράλληλα, εντοπίστηκαν μεταβολές σε ορμόνες και πρωτεΐνες που σχετίζονται με τον μεταβολισμό και τη διαχείριση του στρες, όπως η ωκυτοκίνη, ενώ ορισμένοι δείκτες που συνδέονται με την υγεία των οστών φαίνεται να απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση.
«Η συνολική εικόνα δείχνει κυρίως θετικές επιδράσεις, ωστόσο η αντίδραση στη νηστεία διαφέρει από άτομο σε άτομο», σημείωσε, επισημαίνοντας ότι σημαντικό ρόλο παίζει και το γενετικό υπόβαθρο.
Όπως τόνισε, πριν από οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στη διατροφή, είναι απαραίτητη η συμβουλή ειδικού, ώστε να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες και η κατάσταση υγείας κάθε οργανισμού.
Πηγές: ertnews.gr, Advanced Science





