Όταν μιλάμε για υγιή γήρανση, φαίνεται πως μεγαλύτερη σημασία έχει η συνολική ποιότητα της διατροφής και όχι η κατανάλωση μιας μεμονωμένης «σούπερ τροφής» ή ενός συγκεκριμένου θρεπτικού συστατικού. Διατροφικά πρότυπα, όπως η μεσογειακή και η σκανδιναβική διατροφή, έχουν συνδεθεί με χαμηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων, σωματικής ευπάθειας και γνωστικής έκπτωσης.
Παρότι είναι γνωστό ότι η διατροφή επηρεάζει την υγεία, μέχρι σήμερα δεν ήταν απολύτως σαφές ποιες αλλαγές προκαλεί στο εσωτερικό του οργανισμού και με ποιον τρόπο αυτές οδηγούν στα συγκεκριμένα οφέλη.
Αυτό ακριβώς επιχείρησε να διερευνήσει νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Springer Nature. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι ηλικιωμένοι που ακολουθούσαν διατροφικά πρότυπα υψηλότερης ποιότητας εμφάνιζαν στο αίμα τους βιολογικές ενδείξεις που συνδέονται με πιο υγιή γήρανση.
Τι έδειξε η μελέτη
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 1.769 άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω, που ζούσαν στην πρωτεύουσα της Σουηδία, τη Στοκχόλμη. Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν αναλυτικά ερωτηματολόγια σχετικά με τις διατροφικές τους συνήθειες κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους.
Αντί να επικεντρωθούν σε μεμονωμένα θρεπτικά συστατικά, οι ερευνητές αξιολόγησαν την ποιότητα της διατροφής με βάση τρία ευρέως αναγνωρισμένα διατροφικά πρότυπα.
Το πρώτο βασίστηκε στη μεσογειακή διατροφή, η οποία περιλαμβάνει χαρακτηριστική τρόφιμα που καταναλώνονται στις μεσογειακές χωρών, όπως φυτικές τροφές, προϊόντα ολικής άλεσης, όσπρια και ψάρια.
Το δεύτερο βασίστηκε σε διατροφικές συστάσεις για τη μείωση του κινδύνου χρόνιων νοσημάτων, με έμφαση στα φρούτα, τα λαχανικά, τους ξηρούς καρπούς και τα όσπρια και περιορισμό των επεξεργασμένων και κόκκινων κρεάτων, των ζαχαρούχων ποτών και των τρανς λιπαρών, όπως αυτά που περιέχονται σε ορισμένα τηγανητά και επεξεργασμένα ή υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα.
Το τρίτο διατροφικό πρότυπο αξιολόγησε το κατά πόσο η συνολική διατροφή ενός ατόμου είχε φλεγμονώδη χαρακτηριστικά. Η διατροφή μπορεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη χρόνιων νοσημάτων μέσω της φλεγμονής, ενώ διατροφές πλούσιες σε επεξεργασμένα τρόφιμα, κόκκινο κρέας και ζαχαρούχα ποτά έχουν συσχετιστεί με υψηλότερα επίπεδα φλεγμονής.
Οι συμμετέχοντες έλαβαν βαθμολογία ανάλογα με το πόσο κοντά βρίσκονταν σε καθένα από αυτά τα διατροφικά πρότυπα. Υψηλότερη βαθμολογία είχαν όσοι κατανάλωναν συστηματικά φρούτα, λαχανικά, προϊόντα ολικής άλεσης, όσπρια, ξηρούς καρπούς και ψάρια, ενώ χαμηλότερη όσοι κατανάλωναν περισσότερα εξευγενισμένα δημητριακά, ζαχαρούχα ποτά και κόκκινο ή επεξεργασμένο κρέας.
Στη συνέχεια, οι ερευνητές εξέτασαν τη σχέση αυτών των διατροφικών προτύπων με 54 βιοδείκτες στο αίμα, οι οποίοι συνδέονται με τη γήρανση. Οι βιοδείκτες αποτελούν μετρήσιμες ενδείξεις των βιολογικών διεργασιών που πραγματοποιούνται καθημερινά στον οργανισμό και στην παρούσα μελέτη αφορούσαν τον μεταβολισμό, τη φλεγμονή, την αγγειακή υγεία και την υγεία του εγκεφάλου.
Οι ερευνητές έλαβαν επίσης υπόψη παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα, όπως η ηλικία, το φύλο, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση, η σωματική δραστηριότητα και το κάπνισμα.
Φυλλικό οξύ και GDF-15
Το βασικό εύρημα ήταν ξεκάθαρο: όσοι ακολουθούσαν πιο υγιεινά διατροφικά πρότυπα είχαν ευνοϊκότερα προφίλ βιοδεικτών στο αίμα.
Δύο βιοδείκτες ξεχώρισαν, καθώς συνδέθηκαν και με τα τρία μέτρα ποιότητας της διατροφής.
Ο πρώτος ήταν το φυλλικό οξύ, μια βιταμίνη του συμπλέγματος Β που ο οργανισμός δεν μπορεί να συνθέσει και επομένως πρέπει να προσλαμβάνεται μέσω της διατροφής ή συμπληρωμάτων. Το φυλλικό οξύ είναι απαραίτητο για βασικές λειτουργίες του οργανισμού, μεταξύ άλλων για τον σχηματισμό υγιών ερυθρών αιμοσφαιρίων, την παραγωγή DNA και την ανανέωση των κυττάρων.
Τα άτομα που ακολουθούσαν πιο υγιεινές διατροφές είχαν υψηλότερα επίπεδα φυλλικού οξέος στο αίμα. Το εύρημα αυτό είναι συμβατό με το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα διατροφικά πρότυπα περιλαμβάνουν τρόφιμα πλούσια σε φυλλικό οξύ, όπως τα σκούρα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, τα φρούτα και τα όσπρια.
Η διατήρηση επαρκών επιπέδων φυλλικού οξέος μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία στη μεγαλύτερη ηλικία, καθώς η ικανότητα του οργανισμού να απορροφά και να αξιοποιεί ορισμένα θρεπτικά συστατικά μπορεί να μεταβάλλεται με την ηλικία. Τα χαμηλά επίπεδα φυλλικού οξέος έχουν επίσης συνδεθεί με γνωστική έκπτωση.
Ο δεύτερος βιοδείκτης ήταν ο παράγοντας διαφοροποίησης της ανάπτυξης-15 (GDF-15), μια πρωτεΐνη που απελευθερώνεται από κύτταρα τα οποία υφίστανται στρες ή βλάβη, εξαιτίας βλάβης των ιστών, φλεγμονής ή κυτταρικού θανάτου. Τα επίπεδά της τείνουν να αυξάνονται με την ηλικία και την παρουσία χρόνιων παθήσεων.
Ο GDF-15 αποτελεί δείκτη του εσωτερικού στρες που υφίσταται ο οργανισμός. Τα σταθερά χαμηλότερα επίπεδά του στα άτομα που ακολουθούσαν πιο υγιεινή διατροφή υποδηλώνουν ότι η ποιοτική διατροφή μπορεί να συμβάλλει στη μείωση αυτού του υποκείμενου βιολογικού φορτίου.
Φλεγμονή, διατροφή και γήρανση
Από τα τρία μέτρα ποιότητας της διατροφής, εκείνο που αξιολογούσε τον φλεγμονώδη χαρακτήρα της διατροφής συνδέθηκε με το μεγαλύτερο εύρος ευνοϊκών βιοδεικτών στο αίμα, συνολικά έξι.
Οι συγκεκριμένοι βιοδείκτες σχετίζονταν με διαφορετικές πτυχές της υγείας, μεταξύ άλλων με τη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα, την όρεξη, καθώς και τη λειτουργία του ήπατος, των οστών και του ανοσοποιητικού συστήματος.
Το εύρος των βιολογικών λειτουργιών που εκπροσωπούσαν αυτοί οι δείκτες υποδεικνύει ότι η φλεγμονή μπορεί να αποτελεί έναν σημαντικό μηχανισμό που συνδέει τη διατροφή με τη διαδικασία της γήρανσης.
Επομένως, η υιοθέτηση διατροφικών προτύπων με χαμηλότερο φλεγμονώδες δυναμικό, όπως η μεσογειακού τύπου διατροφή, ενδέχεται να υποστηρίζει πολλαπλά βιολογικά συστήματα, αρκετά από τα οποία διαδραματίζουν άμεσο ρόλο στον τρόπο με τον οποίο γερνά ο οργανισμός.
Το εύρημα αυτό είναι συμβατό και με προηγούμενη έρευνα των ίδιων ερευνητών, σύμφωνα με την οποία τα άτομα που ακολουθούσαν διατροφή με λιγότερο φλεγμονώδη χαρακτηριστικά εμφάνιζαν βραδύτερη ανάπτυξη χρόνιων παθήσεων.
Οι περιορισμοί της έρευνας
Οι ερευνητές, ωστόσο, επισημαίνουν ορισμένους περιορισμούς. Επειδή η διατροφή και οι αιματολογικοί δείκτες αξιολογήθηκαν την ίδια χρονική στιγμή, δεν είναι δυνατό να αποδειχθεί σχέση αιτίας-αποτελέσματος.
Επιπλέον, οι διατροφικές συνήθειες καταγράφηκαν από τους ίδιους τους συμμετέχοντες, γεγονός που μπορεί να εισάγει έναν βαθμό αβεβαιότητας. Οι συμμετέχοντες ήταν επίσης σχετικά υγιείς και μορφωμένοι και προέρχονταν από μία μόνο αστική περιοχή της Σουηδίας, γεγονός που ενδέχεται να περιορίζει τη δυνατότητα γενίκευσης των αποτελεσμάτων σε όλους τους πληθυσμούς.
Παρά τους περιορισμούς, τα ευρήματα προσθέτουν νέα στοιχεία στο ευρύτερο σύνολο ερευνών που συνδέουν την υγιεινή διατροφή με χαμηλότερο κίνδυνο χρόνιων νοσημάτων, καλύτερη σωματική και γνωστική λειτουργία και βελτιωμένη ψυχική ευεξία στους ηλικιωμένους.
Παράλληλα, η μελέτη προσφέρει μια βιολογική εξήγηση για τη σχέση αυτή, αναδεικνύοντας μετρήσιμες διεργασίες που πραγματοποιούνται στο εσωτερικό του οργανισμού και ενδέχεται να συμβάλλουν στον τρόπο με τον οποίο αυτός γερνά.
Το βασικό μήνυμα της έρευνας δεν είναι ότι υπάρχει μία συγκεκριμένη «ιδανική» τροφή ή μια αυστηρή δίαιτα που εξασφαλίζει υγιή γήρανση. Αυτό που φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η συνολική ποιότητα της διατροφής και η συστηματική διατήρησή της με την πάροδο των ετών.
Πηγή: THE CONVERSATION.COM





