Υπάρχουν όλο και περισσότεροι ασθενείς που χάνουν τον λογαριασμό με τον αριθμό των φαρμάκων που παίρνουν καθημερινά. Κάποιοι μάλιστα, φτάνουν σε τέτοιο βαθμό πληρότητας από την κατανάλωση τους που μετά δεν μπορούν να φάνε ή που πρέπει όλη μέρα να βάζουν υπενθυμίσεις για να μην ξεχνούν τη λήψη του.
Πρόσφατα, δεδομένης της πολυφαρμακίας που παρατηρείται σε ποσοστό άνω του 20% των ενηλίκων στις ΗΠΑ, ο Αμερικανικός Ιατρικός Σύλλογος (AMA) κάλεσε τους ασθενείς και τους γιατρούς να επανεξετάζουν προσεκτικά και συνεχώς εάν τα οφέλη κάθε φαρμάκου υπερτερούν των πιθανών κινδύνων.
Ένας στους πέντε ενήλικες στις ΗΠΑ λαμβάνει πέντε ή περισσότερα συνταγογραφούμενα φάρμακα σύμφωνα με δεδομένα του Εθνικού Κέντρου Στατιστικών Υγείας (NCHS). Αυτό ανταποκρίνεται στον ορισμό της πολυφαρμακίας και αποτελεί ένα ζήτημα που αξίζει μεγαλύτερη προσοχή από τους ασθενείς και τους γιατρούς, όπως επισημαίνει σε πρόσφατα δημοσιευμένο άρθρο του ο Διευθύνων Σύμβουλος και Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος της AMA, John J. Whyte, MD, MPH.
«Γι' αυτό η Αμερικανική Ιατρική Ένωση προτρέπει τους ιατρούς και τους ασθενείς να υιοθετήσουν μια έννοια που αποκτά κρίσιμη δυναμική στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης: τη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής (αποσυνταγογράφηση)», έγραψε, εξηγώντας ότι η πρακτική αυτή είναι «η προγραμματισμένη, εποπτευόμενη διαδικασία μείωσης ή διακοπής φαρμάκων που ενδέχεται να μην είναι πλέον ωφέλιμα — ή μπορεί να προκαλούν βλάβη».
Όπως γνωρίζουν καλά οι γιατροί, υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους ένα φάρμακο μπορεί να μην είναι πλέον η καλύτερη επιλογή για έναν συγκεκριμένο ασθενή, εξήγησε ο Δρ. Whyte. «Η κατάσταση ενός ασθενούς μπορεί να έχει βελτιωθεί και το φάρμακο να μην είναι πλέον απαραίτητο. Ή νεότερες θεραπείες μπορεί να προσφέρουν καλύτερα αποτελέσματα αντί της τρέχουσας φαρμακευτικής αγωγής. Επιπλέον, οι ασθενείς μπορεί να έχουν αρχίσει να λαμβάνουν νέα φάρμακα χωρίς ιατρική συνταγή ή συμπληρώματα».
Η πολυφαρμακία «επηρεάζει δυσανάλογα τους ηλικιωμένους και όσους πάσχουν από πολλαπλές παθήσεις», επισημαίνει ο Δρ. Whyte. «Για αυτούς τους ασθενείς, κάθε επιπλέον χάπι μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο πτώσεων, γνωστικής έκπτωσης και ανεπιθύμητων ενεργειών, συμβάλλοντας σε δεκάδες χιλιάδες επισκέψεις στα επείγοντα και νοσηλείες κάθε χρόνο.»
Μεταξύ των ενηλίκων ηλικίας 60–79 ετών, περισσότερο από το ένα τρίτο λάμβανε πέντε ή περισσότερα συνταγογραφούμενα φάρμακα κατά τη διάρκεια του προηγούμενου μήνα, σύμφωνα με έκθεση του NCHS.
Η προσπάθεια για την εφαρμογή της αποσυνταγογράφησης δεν πρέπει να εκληφθεί ως αντιπαραγωγική άρνηση περίθαλψης ή περικοπή δαπανών που γίνεται εις βάρος της υγείας των ασθενών. Αντίθετα, εξήγησε ο Δρ. Whyte, «πρόκειται για τη διασφάλιση ότι κάθε συνταγογραφούμενο φάρμακο είναι πραγματικά απαραίτητο, βασίζεται σε επιστημονικά στοιχεία και συνάδει με τους τρέχοντες στόχους υγείας του ασθενούς».
Στο άρθρο του, ο Δρ. Whyte ενθάρρυνε τους ασθενείς να «προσκομίσουν όλα τα φάρμακά τους και τις μη συνταγογραφούμενες θεραπείες σε κάθε ραντεβού, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι γιατροί μπορούν να παρέχουν εξατομικευμένες αξιολογήσεις και σαφή επικοινωνία σχετικά με το ποια φάρμακα εξακολουθούν να είναι τα καλύτερα για κάθε ασθενή».
Αλλά αυτό, έγραψε, είναι μόνο το πρώτο βήμα. «Αν θέλουμε πραγματικά να αντιστρέψουμε την τάση των χρόνιων παθήσεων, πρέπει να προχωρήσουμε πέρα από τη διαχείριση των συμπτωμάτων», αναφέρει το άρθρο του Δρ. Whyte. «Πρέπει να επανεξετάσουμε ολόκληρη την προσέγγιση — συμπεριλαμβανομένου του πόσα φάρμακα παίρνει ένα άτομο και γιατί. Φυσικά, πολλές παθήσεις απαιτούν θεραπεία για όλη τη ζωή. Αλλά πρέπει να μιλήσουμε πιο ειλικρινά για το ρόλο του τρόπου ζωής ως ουσιαστικού συστατικού της θεραπείας και της πρόληψης».
Ο τρόπος ζωής, σημείωσε, περιλαμβάνει τη διατροφή, τη σωματική δραστηριότητα, τον ύπνο, το άγχος και τις κοινωνικές σχέσεις.
«Η καλή ιατρική περιλαμβάνει το να ξέρεις πότε να πεις: “Ας το ξανακοιτάξουμε”», πρόσθεσε ο Δρ. Whyte.
Υπάρχει ανάγκη, έγραψε, για «ανοιχτές συζητήσεις μεταξύ γιατρών και ασθενών σχετικά με τους στόχους της φαρμακευτικής αγωγής, τις παρενέργειες και τη συνολική ποιότητα ζωής».
Πηγή: American Medical Association,

