Τα πιο πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα γύρω από τη σχέση παχυσαρκίας και καρκίνου του ενδομητρίου παρουσιάστηκαν σε ειδική επιστημονική ημερίδα αφιερωμένη στη συγκεκριμένη κακοήθεια, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 2026, στο πλαίσιο παρουσίασης με θέμα «Καρκίνος ενδομητρίου και παχυσαρκία».
Οι ιατροί της Α’ Μαιευτικής και Γυναικολογικής Κλινικής και της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ (Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα») —Μαρία Μαρούλη, Δημήτρης Χαϊδόπουλος (Καθηγητής Γυναικολογικής Ογκολογίας), Θεοδώρα Ψαλτοπούλου (Καθηγήτρια Θεραπευτικής, Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής) και Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής, Αιματολογίας και Ογκολογίας, τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ)— συνοψίζουν τα πλέον σύγχρονα δεδομένα που τεκμηριώνουν τη στενή συσχέτιση της παχυσαρκίας με τον καρκίνο του ενδομητρίου.
Η παχυσαρκία ως παγκόσμια πανδημία και η σύνδεσή της με τον καρκίνο
Η παχυσαρκία δεν αποτελεί πλέον ένα μεμονωμένο ζήτημα ατομικής υγείας, αλλά μια παγκόσμια κρίση δημόσιας υγείας, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Ορίζεται ως δείκτης μάζας σώματος (BMI) ίσος ή μεγαλύτερος των 30 kg/m², ενώ υπέρβαροι θεωρούνται όσοι έχουν BMI από 25 έως 29,9 kg/m².
Σύμφωνα με διεθνείς εκτιμήσεις, περισσότερα από ένα δισεκατομμύριο άτομα παγκοσμίως ζουν σήμερα με παχυσαρκία. Οι προβλέψεις μάλιστα δείχνουν ότι, εάν δεν υπάρξουν ουσιαστικές αλλαγές στον τρόπο ζωής και στις πολιτικές δημόσιας υγείας, έως το 2030 περίπου το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού θα έχει αυξημένο δείκτη μάζας σώματος.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα και στην Ελλάδα, όπου τα ποσοστά υπέρβαρων και παχύσαρκων ατόμων παραμένουν υψηλά τόσο στους ενήλικες όσο και στα παιδιά, κατατάσσοντας τη χώρα στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης.
Παχυσαρκία και καρκίνος: μια τεκμηριωμένη σχέση
Παραδοσιακά, η παχυσαρκία συνδεόταν κυρίως με χρόνιες παθήσεις όπως ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, η υπέρταση και τα καρδιαγγειακά νοσήματα. Σήμερα, ωστόσο, είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι αποτελεί και σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη καρκίνου.
Το αυξημένο σωματικό βάρος σχετίζεται με τουλάχιστον 13 διαφορετικούς τύπους καρκίνου, μεταξύ των οποίων ο καρκίνος του ενδομητρίου, του μαστού (μετά την εμμηνόπαυση), του παχέος εντέρου, του οισοφάγου, του στομάχου, του ήπατος, του παγκρέατος, του νεφρού, της χοληδόχου κύστης, των ωοθηκών, του θυρεοειδούς, καθώς και ορισμένες αιματολογικές κακοήθειες. Από όλους αυτούς, η ισχυρότερη συσχέτιση παρατηρείται με τον καρκίνο του ενδομητρίου.
Καρκίνος του ενδομητρίου: επιδημιολογικά δεδομένα
Ο καρκίνος του ενδομητρίου αναπτύσσεται στο εσωτερικό στρώμα της μήτρας και αποτελεί τον συχνότερο γυναικολογικό καρκίνο στις ανεπτυγμένες χώρες. Εμφανίζεται κυρίως μετά την εμμηνόπαυση, αν και δεν αποκλείεται η διάγνωση σε νεότερες γυναίκες.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι ο 6ος συχνότερος καρκίνος στις γυναίκες, με περισσότερα από 417.000 νέα περιστατικά ετησίως, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες κατατάσσεται στην 4η θέση. Η επίπτωσή του είναι υψηλότερη στις ανεπτυγμένες χώρες και αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω τα επόμενα χρόνια.
Η παχυσαρκία αποτελεί τον ισχυρότερο τροποποιήσιμο παράγοντα κινδύνου για τη νόσο. Ο κίνδυνος αυξάνεται προοδευτικά με την άνοδο του BMI, με γυναίκες που πάσχουν από σοβαρή παχυσαρκία να εμφανίζουν έως και τετραπλάσιο κίνδυνο σε σύγκριση με γυναίκες φυσιολογικού βάρους. Ενδεικτικά, κάθε αύξηση κατά 5 μονάδες BMI σχετίζεται με αύξηση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του ενδομητρίου άνω του 50%.
Πέρα από την αυξημένη επίπτωση, η παχυσαρκία συνδέεται και με δυσμενέστερη πρόγνωση, καθώς γυναίκες με BMI ≥30 kg/m² εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά υποτροπής και αυξημένη συνολική θνησιμότητα.
Πρόληψη και σύγχρονες παρεμβάσεις
Παρά τη βαρύτητα των δεδομένων, η παχυσαρκία παραμένει τροποποιήσιμος παράγοντας κινδύνου. Η αυξημένη φυσική δραστηριότητα, η ισορροπημένη διατροφή και οι οργανωμένες παρεμβάσεις απώλειας βάρους έχουν αποδειχθεί ότι μειώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του ενδομητρίου. Σύμφωνα με πρόσφατες δημοσιεύσεις, η μέτρια σωματική άσκηση σχετίζεται με μείωση του κινδύνου κατά περίπου 6%, ενώ η άσκηση υψηλής έντασης με μείωση έως και 18%.
Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν οι αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1, τα γνωστά «ενέσιμα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας». Η σημαντική απώλεια βάρους που επιτυγχάνεται με τη χρήση τους, σε συνδυασμό με τη βελτίωση των καρδιομεταβολικών παραμέτρων, έχει οδηγήσει στη ραγδαία ενσωμάτωσή τους στην κλινική πράξη.
Αν και μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα που να τεκμηριώνουν άμεση αντικαρκινική δράση των φαρμάκων αυτών, θεωρούνται σημαντικό εργαλείο στη συνολική στρατηγική αντιμετώπισης της παχυσαρκίας —ενός κεντρικού παράγοντα κινδύνου για τον καρκίνο του ενδομητρίου. Παράλληλα, η τρέχουσα και μελλοντική έρευνα εξετάζει κατά πόσο οι αγωνιστές GLP-1 μπορούν να αξιοποιηθούν με ασφάλεια και όφελος σε γυναίκες με διάγνωση καρκίνου του ενδομητρίου, στο πλαίσιο μιας ολιστικής προσέγγισης φροντίδας.
Ένα σαφές μήνυμα δημόσιας υγείας
Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας αποτελεί κρίσιμη στρατηγική τόσο για την πρόληψη όσο και για τη βελτίωση της πρόγνωσης του καρκίνου του ενδομητρίου. Η ενσωμάτωση παρεμβάσεων απώλειας βάρους στην κλινική πράξη, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη έρευνα γύρω από νέες φαρμακευτικές επιλογές, αναμένεται να διαμορφώσει το μέλλον της ολιστικής φροντίδας των γυναικών και να συμβάλει ουσιαστικά στη μείωση του συνολικού φορτίου της νόσου.





