Ανοιχτή επιστολή προς την υπουργό Παιδείας Νίκη Κεραμέως απέστειλε το Σωματείο των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας, ζητώντας τη θεσμική αναγνώριση και ενίσχυση του ρόλου των Κέντρων Πρόληψης στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.
Στην επιστολή επισημαίνεται ότι η ψυχοκοινωνική πρόληψη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια αποσπασματική ή δευτερεύουσα διαδικασία, αλλά ως αναγκαίο και σταθερό στοιχείο της εκπαιδευτικής λειτουργίας. Οι εργαζόμενοι τονίζουν πως οι αυξανόμενες ψυχοκοινωνικές ανάγκες μαθητών, εκπαιδευτικών και γονέων απαιτούν μόνιμες, επιστημονικά τεκμηριωμένες και οργανωμένες παρεμβάσεις.
Τα στοιχεία για το 2023 και το 2024
Το Σωματείο υπογραμμίζει ότι τα 75 Κέντρα Πρόληψης που λειτουργούν πανελλαδικά έχουν ήδη αναπτύξει εκτεταμένη δράση μέσα στη σχολική κοινότητα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, το 2023 πραγματοποιήθηκαν παρεμβάσεις σε περισσότερους από 124.000 μαθητές όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης, ενώ επιμορφώθηκαν πάνω από 20.000 εκπαιδευτικοί. Αντίστοιχη ήταν και η εικόνα το 2024, γεγονός που –όπως σημειώνεται– αποδεικνύει τη σταθερή παρουσία και τη διεύρυνση του έργου των Κέντρων Πρόληψης.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι δομές, καθώς σε πολλές περιοχές λειτουργούν με ελάχιστο προσωπικό. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, σε αρκετές περιπτώσεις το έργο υλοποιείται από μόλις ένα ή δύο επιστημονικά στελέχη.
Οι εργαζόμενοι συνδέουν την ανάγκη ενίσχυσης της πρόληψης με τις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες που επηρεάζουν παιδιά και εφήβους. Στην επιστολή καταγράφεται η αυξημένη έκθεση των ανηλίκων στα ψηφιακά περιβάλλοντα, με τη μέση ηλικία έναρξης χρήσης διαδικτύου να εντοπίζεται περίπου στα 7 έτη, ενώ επισημαίνεται ότι σημαντικό ποσοστό παιδιών εμφανίζει ενδείξεις προβληματικής χρήσης του διαδικτύου και των κοινωνικών δικτύων.
Κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις
Παράλληλα, γίνεται αναφορά στις κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις που επηρεάζουν την καθημερινότητα των οικογενειών, με το Σωματείο να σημειώνει ότι η εξάρτηση αποτελεί πολυπαραγοντικό και κοινωνικά προσδιορισμένο φαινόμενο. Σε αυτό το πλαίσιο, τα Κέντρα Πρόληψης προβάλλονται ως βασικός μηχανισμός ενίσχυσης προστατευτικών παραγόντων, όπως η ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων, η ενίσχυση της ανθεκτικότητας και η καλλιέργεια ουσιαστικών σχέσεων.
Στην επιστολή γίνεται επίσης επίκληση διεθνών οργανισμών, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και το UNODC, σύμφωνα με τους οποίους οι επιστημονικά τεκμηριωμένες παρεμβάσεις πρόληψης είναι αποτελεσματικότερες από αποσπασματικές ή κατασταλτικές προσεγγίσεις.
Παρά τη μακρόχρονη παρουσία τους στα σχολεία, οι εργαζόμενοι υποστηρίζουν ότι τα Κέντρα Πρόληψης παραμένουν θεσμικά «αόρατα», καθώς η συνεργασία τους με τις εκπαιδευτικές δομές βασίζεται κυρίως σε τοπικές πρωτοβουλίες και προσωπικές σχέσεις.
Οι βασικές προτάσεις
Μεταξύ των βασικών προτάσεων που καταθέτουν προς το υπουργείο Παιδείας περιλαμβάνονται:
- Η θεσμοθέτηση σταθερής συνεργασίας των Κέντρων Πρόληψης με τις διευθύνσεις εκπαίδευσης.
- Η συμμετοχή στελεχών των Κέντρων στην εκπαίδευση νεοδιορισμένων και αναπληρωτών εκπαιδευτικών.
- Η συνεργασία με συμβούλους σχολικής ζωής, ΕΔΥ, ΕΔΕΑΥ και ΚΕΔΑΣΥ.
- Η αναγνώριση και μοριοδότηση των επιμορφωτικών σεμιναρίων που παρέχουν τα Κέντρα Πρόληψης στους εκπαιδευτικούς.
- Η ενίσχυση του ρόλου των Κέντρων στις δράσεις στήριξης γονέων μέσω σχολών γονέων και βιωματικών εργαστηρίων.
- Η συμμετοχή του υπουργείου Παιδείας στον θεσμικό διάλογο για την ανανέωση της προγραμματικής σύμβασης λειτουργίας και χρηματοδότησης των Κέντρων Πρόληψης.
Το Σωματείο εργαζομένων καταλήγει ότι η πρόληψη δεν αποτελεί προαιρετική αλλά αναγκαία συνιστώσα της εκπαιδευτικής πολιτικής, τονίζοντας πως η θεσμική ενίσχυση των Κέντρων Πρόληψης μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός πιο συνεκτικού συστήματος ψυχοκοινωνικής υποστήριξης της σχολικής κοινότητας.
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην επιστολή, «η επιλογή αυτή δεν είναι τεχνική αλλά πολιτική, καθώς αφορά τον προσανατολισμό της εκπαίδευσης και τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία επενδύει στο μέλλον της».





