Τα μη ελεγχόμενα επίπεδα χοληστερόλης αυξάνουν τον κίνδυνο αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου (ASCVD), μιας ομάδας παθήσεων που προκαλούνται από τη συσσώρευση αθηρωματικής πλάκας στα αιμοφόρα αγγεία, εμποδίζοντας την ομαλή ροή του αίματος προς τα ζωτικά όργανα. Η κατάσταση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε έμφραγμα και εγκεφαλικό επεισόδιο.
Τον Μάρτιο του 2026, η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία (AHA) και το Αμερικανικό Κολλέγιο Καρδιολογίας (American College of Cardiology) εξέδωσαν νέες κατευθυντήριες οδηγίες για την αντιμετώπιση της δυσλιπιδαιμίας. Οι οδηγίες, οι οποίες είχαν επικαιροποιηθεί για τελευταία φορά το 2018, περιλαμβάνουν ευρήματα από αρκετές νέες μελέτες σχετικά με τον αποτελεσματικότερο τρόπο αντιμετώπισης -αλλά και πρόληψης- της συγκεκριμένης κατάστασης.
Οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες είναι σημαντικές τόσο για τους ασθενείς όσο και για τους γιατρούς που ενδιαφέρονται να βελτιώσουν την καρδιαγγειακή υγεία. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι μπορούν να βοηθήσουν τους γιατρούς να εξατομικεύσουν τη θεραπεία, ώστε να μειώνεται ο κίνδυνος κάθε ασθενούς να αναπτύξει καρδιαγγειακή νόσο.
Τι αλλάζει με τις νέες κατευθυντήριες οδηγίες;
Σε σύγκριση με τις προηγούμενες οδηγίες, η επικαιροποίηση του 2026 δίνει έμφαση στην ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών επιπέδων χοληστερόλης και λιπαρών οξέων νωρίτερα στη ζωή και πιο επιθετικά, με στόχο τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου σε μεταγενέστερη ηλικία.
Η στροφή προς την πρωιμότερη και πιο εντατική αντιμετώπιση βασίζεται στην παρατήρηση ότι υπάρχει ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της διάρκειας κατά την οποία ένα άτομο έχει υψηλά επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα και του κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου σε όλη τη διάρκεια της ζωής.
Οι νέες οδηγίες παρέχουν στους γιατρούς πληροφορίες σχετικά με τη χρήση αιματολογικών εξετάσεων και απεικονιστικών μεθόδων, προκειμένου να εκτιμάται ο κίνδυνος εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου.
Στις σημαντικές αιματολογικές εξετάσεις περιλαμβάνονται οι καθιερωμένες εξετάσεις λιπιδίων, όπως η μέτρηση της LDL («κακής») και της HDL («καλής») χοληστερόλης. Ωστόσο, οι νέες οδηγίες δίνουν επίσης έμφαση σε νεότερους δείκτες, όπως η λιποπρωτεΐνη(a) – Lp(a) – και η απολιποπρωτεΐνη Β (ApoB). Παράλληλα, συνιστούν τη μέτρηση του στεφανιαίου ασβεστίου (CAC), η οποία δεν περιλαμβανόταν στις παλαιότερες οδηγίες.
Σημαντικό είναι επίσης ότι οι οδηγίες ενθαρρύνουν τους γιατρούς να χρησιμοποιούν έναν διαδικτυακό υπολογιστή κινδύνου, τον PREVENT-ASCVD, ο οποίος αξιοποιεί διάφορους παράγοντες για να προσδιορίσει εάν ένας ασθενής διατρέχει χαμηλό, ενδιάμεσο ή υψηλό κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου. Μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη είναι ο δείκτης μάζας σώματος, η αρτηριακή πίεση, το ιστορικό διαβήτη, η νεφρική λειτουργία και το κάπνισμα. Ο υπολογιστής PREVENT-ASCVD παρέχει επίσης εκτίμηση του κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου σε ορίζοντα 10 ετών, από την ηλικία των 30 ετών, καθώς και εκτίμηση του κινδύνου για τα επόμενα 30 χρόνια.
Ανάλογα με το επίπεδο κινδύνου που διατρέχει ο ασθενείς, οι κατευθυντήριες οδηγίες περιλαμβάνουν αρκετές νεότερες κατηγορίες φαρμάκων που μπορούν να ενταχθούν στο θεραπευτικό πλάνο για την αντιμετώπιση των υψηλών επιπέδων χοληστερόλης. Οι στατίνες – όπως η ατορβαστατίνη (Lipitor) και η ροσουβαστατίνη (Crestor) – παραμένουν η βασική θεραπευτική επιλογή για τη διαχείριση της χοληστερόλης. Επιπλέον φαρμακευτικές θεραπείες συνιστώνται όταν οι στατίνες από μόνες τους δεν επαρκούν για την επίτευξη των επιθυμητών επιπέδων χοληστερόλης ή όταν ο ασθενής εμφανίζει μη ανεκτές ανεπιθύμητες ενέργειες από τις στατίνες.
Γιατί επικαιροποιήθηκαν οι κατευθυντήριες οδηγίες
Στα μέσα του 20ού αιώνα, οι φυσιολόγοι εντόπισαν δύο μόρια που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην καρδιαγγειακή νόσο: την LDL και την HDL χοληστερόλη. Οι επιδημιολόγοι διαπίστωσαν ότι τα υψηλά επίπεδα LDL συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος.
Τη δεκαετία του 1980, δύο φυσιολόγοι τιμήθηκαν με το Νόμπελ για την ανακάλυψη του υποδοχέα της LDL, μιας πρωτεΐνης στην επιφάνεια των κυττάρων που ρυθμίζει την ποσότητα της LDL χοληστερόλης που εισέρχεται στα κύτταρα. Η θεμελιώδης αυτή ανακάλυψη άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι γιατροί αντιλαμβάνονταν την καρδιακή υγεία και την καρδιαγγειακή νόσο.
Στις νέες κατευθυντήριες οδηγίες, η LDL παραμένει ο βασικός δείκτης για την εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Άλλοι βιοδείκτες, όπως τα τριγλυκερίδια και η ολική χοληστερόλη, εξακολουθούν επίσης να θεωρούνται σημαντικοί.
Ωστόσο, οι οδηγίες περιλαμβάνουν δύο νεότερους δείκτες -την ApoB και την Lp(a)- οι οποίοι μπορούν να συμβάλουν στην εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου πέρα από την LDL.
Η ApoB είναι μια χημική δομή που εντοπίζεται σε σωματίδια που συμβάλλουν στον σχηματισμό αθηρωματικής πλάκας, όπως η LDL. Ενώ η LDL μετρά την ποσότητα της χοληστερόλης που περιέχεται στα σωματίδια αυτά, η ApoB μετρά τον αριθμό των σωματιδίων που μπορούν να συμβάλουν στον σχηματισμό πλάκας στο αίμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ApoB μπορεί να προβλέψει με μεγαλύτερη ακρίβεια τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου σε σχέση με την LDL χοληστερόλη, ιδιαίτερα σε ασθενείς με διαβήτη ή μεταβολικό σύνδρομο. Μπορεί επίσης να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε ασθενείς που έχουν φυσιολογικά επίπεδα LDL αλλά αυξημένα επίπεδα άλλων εργαστηριακών δεικτών, όπως τα τριγλυκερίδια.
Η Lp(a) είναι ένα μόριο παρόμοιο σε δομή με την LDL χοληστερόλη, αλλά διαθέτει επιπλέον μια πρωτεΐνη, την απολιποπρωτεΐνη Α. Η πρωτεΐνη αυτή θεωρείται ότι ευνοεί περισσότερο τη δημιουργία αθηρωματικής πλάκας και την απόφραξη των αρτηριών σε σχέση με την LDL από μόνη της. Τα αυξημένα επίπεδα Lp(a) μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής. Όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο της Lp(a), τόσο υψηλότερος είναι και ο κίνδυνος καρδιαγγειακής νόσου. Οι κατευθυντήριες οδηγίες συνιστούν τη μέτρηση της Lp(a) μία φορά σε όλους τους ενήλικες, ώστε να συμβάλλει στην εκτίμηση του ισόβιου καρδιαγγειακού κινδύνου.
Τέλος, οι νέες οδηγίες παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την αξιολόγηση του στεφανιαίου ασβεστίου. Η μέτρηση πραγματοποιείται μέσω αξονικής τομογραφίας και αποτυπώνει άμεσα την ποσότητα των εναποθέσεων ασβεστίου στις αρτηρίες γύρω από την καρδιά. Όσο μεγαλύτερη είναι η ποσότητα ασβεστίου, τόσο υψηλότερος είναι ο κίνδυνος καρδιαγγειακής νόσου. Οι οδηγίες περιλαμβάνουν συγκεκριμένες συστάσεις για τη διαχείριση των επιπέδων χοληστερόλης, ανάλογα με την ποσότητα ασβεστίου που εντοπίζεται στις αρτηρίες του ασθενούς.
Οι εξατομικευμένοι αυτοί θεραπευτικοί στόχοι αντανακλούν τον ευρύτερο στόχο των νέων κατευθυντήριων οδηγιών: την εξατομίκευση των θεραπευτικών πλάνων με βάση το μοναδικό προφίλ κινδύνου κάθε ασθενούς.
Πώς επηρεάζουν οι νέες οδηγίες τη θεραπεία;
Οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες μετατοπίζουν τη διαχείριση της χοληστερόλης προς τον έγκαιρο έλεγχο και την πιο εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση. Δίνουν έμφαση στη σημασία στρατηγικών πρόληψης καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής, με στόχο τη μείωση του κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου.
Οι οδηγίες συνιστούν τον έλεγχο των λιπιδίων ήδη από πολύ μικρή ηλικία. Τα παιδιά ηλικίας 9 έως 11 ετών θα πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο των επιπέδων χοληστερόλης, προκειμένου να εντοπίζονται τυχόν διαταραχές των λιπιδίων. Από την ηλικία των 19 ετών, οι ενήλικες θα πρέπει να ελέγχουν τα επίπεδα χοληστερόλης κάθε πέντε χρόνια. Οι ενήλικες που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου μπορεί επίσης να εξετάσουν το ενδεχόμενο έναρξης φαρμακευτικής αγωγής από την ηλικία των 30 ετών.
Οι κατευθυντήριες οδηγίες προτείνουν επίσης ένα μοντέλο διαχείρισης της χοληστερόλης που βασίζεται στα λεγόμενα «CPR»:
- Υπολογισμός: Υπολογίζεται ο κίνδυνος καρδιαγγειακής νόσου σε ορίζοντα 10 ετών.
- Εξατομίκευση: Η εκτιμώμενη επικινδυνότητα προσαρμόζεται λαμβάνοντας υπόψη πρόσθετους παράγοντες, όπως το οικογενειακό ιστορικό, τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων και τα υπάρχοντα νοσήματα.
- Επαναταξινόμηση: Η κατηγορία κινδύνου του ασθενούς επανεκτιμάται με τη χρήση πρόσθετων απεικονιστικών εξετάσεων.
- Επανεκτίμηση: Οι θεραπευτικές συστάσεις επανεξετάζονται με βάση όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες.
Η προσέγγιση αυτή υπογραμμίζει τη σημασία της εξατομίκευσης των θεραπευτικών αποφάσεων, με βάση τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει κάθε ασθενής.
Τι αναφέρουν οι οδηγίες για τον τρόπο ζωής;
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι οι υγιεινές επιλογές τρόπου ζωής εξακολουθούν να αποτελούν τη βάση για την πρόληψη της καρδιαγγειακής νόσου.
Η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία προτείνει συγκεκριμένες υγιεινές συμπεριφορές, γνωστές ως «Life’s Essential 8», που συμβάλλουν στη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Σε αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ο επαρκής ύπνος, η διακοπή του καπνίσματος και ο έλεγχος της αρτηριακής πίεσης.
Οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες για τη χοληστερόλη δίνουν έμφαση στην τροποποίηση της διατροφής, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης της κατανάλωσης ζάχαρης, επεξεργασμένων υδατανθράκων, κορεσμένων λιπαρών και αλκοόλ σε καθημερινή βάση.
Οι οδηγίες υπογραμμίζουν επίσης τη σημασία της συστηματικής άσκησης. Ειδικότερα, συνιστούν 150 λεπτά άσκησης μέτριας έντασης την εβδομάδα ή 75 λεπτά έντονης άσκησης την εβδομάδα καθ’ όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής. Παράλληλα, συνιστώνται δύο ημέρες την εβδομάδα ασκήσεων ενδυνάμωσης.
Τέλος, οι κατευθυντήριες οδηγίες συνιστούν απώλεια περίπου 5%-10% του συνολικού σωματικού βάρους σε υπέρβαρους ή παχύσαρκους ασθενείς, προκειμένου να συμβάλλει στη μείωση του κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου.
Πηγή: THE CONVERSATION.COM





