Γιατί οι κοινότητες χαμηλού εισοδήματος συνεχίζουν να έχουν υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας, παρά την βελτίωση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών συνθηκών, τουλάχιστον στις χώρες της Δύσης; Σύμφωνα με τους ιατρικούς κοινωνιολόγους, η “ζαριά” που καθορίζει αν θα είμαστε υγιείς ή όχι, επηρεάζεται σημαντικά από κοινωνικούς παράγοντες όπως τα χρήματα, η πρόσβαση στη γνώση, οι θεσμοί κεντρικής εξουσίας και οι επιλογές τους ακόμα και τα κοινωνικά δίκτυα όπως έχουν διαμορφωθεί στις μέρες μας.
Οι ιατρικοί κοινωνιολόγοι, που μελετούν θέματα υγείας του πληθυσμού μέσα από το πρίσμα κοινωνικών παραμέτρων, έχουν αποδείξει μέσω της έρευνας τους ότι η κοινωνική θέση συνδέεται με πολυάριθμες ασθένειες και ποσοστά θνησιμότητας, εξαιτίας διαφόρων παραγόντων κινδύνου που επηρεάζουν την υγεία και τη μακροζωία.
Σε αυτούς περιλαμβάνονται το κάπνισμα, η παχυσαρκία, το άγχος, η κοινωνική απομόνωση, η δυνατότητα πρόσβασης σε υγειονομική περίθαλψη και η διαβίωση σε μειονεκτούσες κοινωνικά συνθήκες, ζητήματα και συνήθειες διαβίωσης που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον κοινωνικό ρόλο που ενσαρκώνει καθένας από εμάς στην καθημερινότητα του.
Η μεθοδολογία των ειδικών
Οι ιατρικοί κοινωνιολόγοι προσπαθούν να μετατρέψουν σε μετρήσιμη κλίμακα την επίδραση που έχουν διάφοροι κοινωνικοί παράγοντες στην υγεία ενός ατόμου.
Αυτό το “κοινωνικό μοντέλο ασθένειας” αντιμετωπίζει τις παθήσεις που προκύπτουν στον γενικό πληθυσμό ως αποτέλεσμα που διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από κοινωνικούς, πολιτιστικούς, πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες.
Οι ατομικές εμπειρίες συνεκτιμώνται με τις κοινωνικές επιρροές ώστε να προκύψει ένας σχεδιασμός αντιμετώπισης των προβλημάτων υγείας που επηρεάζουν κυρίως τους ευάλωτους πληθυσμούς.
Η ιστορία της ιατρικής κοινωνιολογίας
Η ιατρική κοινωνιολογία ξεκίνησε επίσημα στις ΗΠΑ μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας άρχισαν να επενδύουν σε κοινά ιατρικά και κοινωνιολογικά ερευνητικά έργα. Τα νοσοκομεία άρχισαν να προσλαμβάνουν κοινωνιολόγους για να αντιμετωπίσουν προκλήσεις όπως η βελτίωση της συμμόρφωσης των ασθενών στις οδηγίες που δέχονταν, οι αλληλεπιδράσεις γιατρού-ασθενούς και ο καθορισμός ρεαλιστικών ιατρικών πρωτοκόλλων.
Στο επίκεντρο αυτής της περιόδου βρισκόταν η πρόκληση για βελτίωση της ποιότητας στην προσφερόμενη περίθαλψη και η διαμόρφωση στρατηγικών που θα επέτρεπε να ξεπεραστούν συχνά εμπόδια που συναντούσαν οι γιατροί όπως η συνεπής τήρηση της φαρμακευτικής αγωγής εκ μέρους των ασθενών.
Κατά τη διάρκεια αυτής της ιστορικής περιόδου, οι κοινωνιολόγοι αντιμετώπιζαν την ασθένεια κυρίως ως απόκλιση από αυτό που είχε στοιχειοθετηθεί ως κανονική λειτουργία της κοινωνίας.
Για παράδειγμα, η έννοια του ρόλου του ασθενούς - που αναπτύχθηκε από τον ιατρικό κοινωνιολόγο Talcott Parsons τη δεκαετία του 1950 - έβλεπε την ασθένεια ως μια μορφή διαφοροποίησης από τους αναμενόμενους κοινωνικούς ρόλους και τις προσδοκίες.
Σύμφωνα με αυτή την θεωρία, οι ίδιοι οι ασθενείς ήταν αποκλειστικά υπεύθυνοι για την αναζήτηση ιατρικής περίθαλψης προκειμένου να επιστρέψουν κατόπιν υγιείς και λειτουργικοί στην κοινωνία και τις ευθύνες που τους έχουν ανατεθεί.
Τη δεκαετία του 1960, οι κοινωνιολόγοι άρχισαν να ασκούν κριτική στις ιατρικές διαγνώσεις και τους θεσμούς, επισημαίνοντας ότι αποτελεί λανθασμένη υπόθεση εργασίας η πεποίθηση ότι οι ασθένειες είναι πάντα προσωρινές και άρα είναι ευθύνη του ατόμου να “γίνει γρήγορα καλά” ώστε να επιστρέψει στον κοινωνικό του ρόλο.
Και η κριτική τους δεν ήταν χωρίς επιχειρήματα, καθώς εκείνη η προσέγγιση δεν λάμβανε υπόψιν τον τρόπο με τον οποίο κοινωνικά χαρακτηριστικά όπως η φυλή, η κοινωνική τάξη, το φύλο και η ηλικία μπορούν να επηρεάσουν την έκβαση μιας πάθησης.
Οι δομικές δυνάμεις που διαμορφώνουν την υγεία και την ασθένεια
Εστιάζοντας στις κοινωνικές και δομικές επιρροές στην υγεία, η ιατρική κοινωνιολογία έχει συμβάλει σημαντικά σε προγράμματα που αντιμετωπίζουν ζητήματα όπως ο διαχωρισμός, οι διακρίσεις, η φτώχεια και η ανεργία.
Χαρακτηριστικό αποτέλεσμα της επιστημονικής βαρύτητας αυτού του κλάδου της κοινωνιολογίας είναι η εφαρμογή μεγάλης κλίμακας κοινωνικών πολιτικών, όπως το εγγυημένο ελάχιστο εισόδημα ή η καθολική υγειονομική περίθαλψη, που επέφερε απτά αποτελέσματα με σημαντικότερο την θεαματική μείωση στις ανισότητες σε θέματα υγείας.
Η σύγχρονη ιατρική κοινωνιολογία θεωρεί πλέον ότι όλα τα κοινωνικά ζητήματα είναι και ζητήματα υγείας.
Και κάθε προσδοκώμενη βελτίωση στους δείκτες της δημόσιας υγείας και στην ευημερία των πολιτών απαιτεί να έχει προηγηθεί βελτίωση της εκπαίδευσης, της απασχόλησης ή της δυνατότητας στέγασης των πολιτών. Με άλλα λόγια, η δημόσια υγεία εξαρτάται απόλυτα από κοινωνικούς και οικονομικούς σχεδιασμούς και παρεμβάσεις της κεντρικής εξουσίας, προς όφελος του πληθυσμού. Και αυτό, δυστυχώς, δεν είναι πάντα αυτονόητο.





