Σημαντικό ποσοστό των πολιτών της χώρας δεν γνωρίζει πως ο εμβολιασμός πρέπει να συνεχίζεται και στην ενήλικη ζωή, ενώ ένα αντίστοιχο ποσοστό επιδεικνύει άγνοια κινδύνου. Αυτό δείχνουν τα πρώτα αποτελέσματα έρευνας που διεξάγεται από το Ινστιτούτο Πολιτικής Υγείας.
Μιλώντας στο πλαίσιο της έναρξης ενημερωτικής εκστρατείας για την αξία του εμβολιασμού καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής, ο Καθηγητής Πολιτικής Υγείας και Κοσμήτορας της Σχολής Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και Επιστημονικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Πολιτικής Υγείας, Κυριάκος Σουλιώτης υπογράμμισε πως συχνά ταυτίζονται τα εμβόλια με τα παιδιά, στερώντας από το όφελος που θα μπορούσαμε να έχουμε.
«Θεωρώ ότι τα εμβόλια όντως είναι το πιο αποτελεσματικό εργαλείο δημόσιας υγείας», σημείωσε ο κ. Σουλιώτης προσθέτοντας, όμως, πως «δυστυχώς ένα 30% των συμπολιτών μας αγνοεί το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού, το οποίο είναι γενναιόδωρο, πάρα πολύ σημαντικό και επικαιροποιημένο συστηματικά».
Πρόσθεσε, δε, πως με βάση την έρευνά του Ινστιτούτου, ένα 30% των πολιτών πιστεύει ότι δεν κινδυνεύει από αυτά τα νοσήματα για τα οποία υπάρχει εμβόλιο. «Δεν υπάρχει δηλαδή αναγνώριση του κίνδυνου».
Αισιόδοξα δείγματα αλλά…
Η επίπτωση της εμβολιαστικής κόπωσης που προέκυψε από την πανδημία, πάντως, φαίνεται να υποχωρεί.
«Η εμπιστοσύνη απέναντι στα εμβόλια γενικά έχει κλονιστεί από την εμπειρία της πανδημικής κρίσης. Αλλά όντως, σιγά σιγά βλέπουμε μια αναστροφή. Αργή βέβαια. Υπάρχει ακόμα επιφυλακτικότητα, υπάρχουν ακόμα δεύτερες σκέψεις», σημείωσε ο κ. Σουλιώτης.
Πέραν όμως της άγνοιας ή της υποβάθμισης του ρίσκου, η έρευνα επιδεικνύει και μια ακόμη συμπεριφορά. Πολλοί δεν βάζουν την ανοσοποίηση τους σε προτεραιότητα, με τις συνθήκες να μην ευνοούν συχνά και το ίδιο το σύστημα να μην είναι δομημένο ώστε να διευκολύνει την πρόσβαση τους.
Δηλαδή, ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού δήλωσε πως είχε σκοπό να εμβολιαστεί, αλλά «δεν πρόλαβε».
«Οι πολυάσχολοι με τις πολλαπλές υποχρεώσεις, δεν είναι αρνητές, ούτε αμφισβητίες. Απλά δεν ενέταξαν τον εμβολιασμό στο πρόγραμμα», υπογράμμισε ο κ. Σουλιώτης.
«Εδώ χρειάζεται πρώτα απ' όλα πρακτική διευκόλυνση, να μην μπαίνουν εμπόδια πρακτικά. Δεν θα πρέπει να υποτιμούμε το ρόλο του ιατρικού σώματος στο ρόλο τους για υπόμνηση να μην ξεχάσεις να εμβολιαστείς. Σε κάθε επίσκεψη, σε κάθε ιατρείο, ανεξαρτήτως ειδικότητας και για οποιαδήποτε λόγο. Μια ιατρική επίσκεψη, θα λειτουργήσει πάρα πολύ ωφέλιμα στο στόχο που είναι η εμβολιαστική κάλυψη», πρόσθεσε.
Αλλά και η Αναπληρώτρια Υπουργός Υγείας Ειρήνη Αγαπηδάκη υπογράμμισε πως η πρόσβαση στον εμβολιασμό αποτελεί ζήτημα ισότητας, υπενθυμίζοντας πως η χώρα μας διαθέτει ένα από τα πληρέστερα προγράμματα εμβολιασμών για παιδιά και ενήλικες.
Αναφέρθηκε και στη σημασία της ενημέρωσης και της ενίσχυσης της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το σύστημα υγείας. Όπως είπε, η παραπληροφόρηση εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση.
Σε ό,τι αφορά την εμβολιαστική κάλυψη των ενηλίκων, το 2025 εμβολιάστηκαν περίπου 2,4 εκατομμύρια πολίτες, ενώ για την περίοδο 2025–2026 καταγράφεται ήδη αύξηση κατά περίπου 230.000 εμβολιασμούς.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον εμβολιασμό έναντι του έρπητα ζωστήρα, καθώς και στη συμβολή των Κινητών Ομάδων Υγείας στην αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης, ειδικά σε πληθυσμούς που αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας.
Όπως ανέφερε, «οι Κινητές Ομάδες Υγείας αποτελούν ένα σημαντικό εργαλείο πρόληψης και ισότιμης πρόσβασης στην υγεία. Σήμερα λειτουργούν 183 ιατρικά κλιμάκια με περισσότερα από 1.000 άτομα προσωπικό σε όλη τη χώρα, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να φτάνουμε στον πολίτη πριν εμφανιστεί το πρόβλημα».





