Η εξέλιξη αυτή είναι πολύ σημαντική, διότι το θόλωμα της όρασης που χαρακτηρίζει τον καταρράκτη δείχνει να αρχίζει σε ολοένα μικρότερες ηλικίες. Η διόρθωσή του μπορεί να γίνει πριν αναπτυχθεί σημαντική θόλωση του φυσικού φακού του ματιού, ώστε να αποκατασταθεί και η μυωπία, η υπερμετρωπία, ο αστιγματισμός ή και η πρεσβυωπία ακόμα.
«Ο φυσικός φακός και η διαπερατότητά του»
«Καθώς μεγαλώνουμε, η ωρίμανση του φυσικού φακού του οφθαλμού έχει ως αποτέλεσμα να αλλάζει η οπτική διαπερατότητά του. Σύγχρονα διαγνωστικά μηχανήματα δείχνουν ότι μετά την ηλικία των 50 ετών, ο φυσικός φακός δεν έχει την ίδια διαπερατότητα που είχε σε νεότερες ηλικίες. Έτσι αρχίζει η γένεση του καταρράκτη, η οποία αλλάζει τις οπτικές ιδιότητες του φυσικού φακού αργά, σταδιακά, και στα δύο μάτια. Ο εγκέφαλος, όμως, προσαρμόζεται στη νέα, χαμηλότερης ευκρίνειας εικόνα, με συνέπεια να νομίζουμε ότι η εικόνα είναι εξαιρετική και να μην αντιλαμβανόμαστε για καιρό ότι έχει αρχίσει ο καταρράκτης», αναφέρει ο δρ Αναστάσιος-Ι. Κανελλόπουλος, MD, Χειρουργός-Οφθαλμίατρος, ιδρυτής και επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Οφθαλμολογίας LaserVision, Καθηγητής Οφθαλμολογίας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης.
Ωστόσο «κάθε δεκαετία που περνά, ολοένα νεότεροι άνθρωποι παραπονούνται για αλλαγή της όρασής τους και κλινικό καταρράκτη. Έτσι, οι επεμβάσεις για τη διόρθωσή του γίνονται σε ολοένα μικρότερες ηλικίες - με μέγιστη ασφάλεια και άμεση αποκατάσταση της όρασης, η οποία είναι μόνιμη στη συντριπτική πλειονότητα των περιστατικών», προσθέτει.
Οι πολυεστιακές ιδιότητες του ενδοφακού
Η ευκολία και η ταχύτητα ανάρρωσης από την επέμβαση, επιτρέπει την αξιοποίησή της για την αντιμετώπιση και των διαθλαστικών σφαλμάτων της όρασης. Η αντικατάσταση του φυσικού φακού με συνθετικούς ενδοφθάλμιους φακούς (ενδοφακούς) μπορεί να συμπεριλάβει και τους βαθμούς της μυωπίας, της υπερμετρωπίας ή και του αστιγματισμού.
Εάν, δε, ο ενδοφακός που θα επιλεγεί έχει πολυεστιακές ιδιότητες (μπορεί π.χ. να είναι ένας φακός EDOF ή ένας πολυεστιακός φακός), μπορεί ταυτοχρόνως να βελτιώσει και τα κοντινά είδωλα. Με αυτό τον τρόπο συμβάλλει και στην αντιμετώπιση της πρεσβυωπίας.
«Τα πλεονεκτήματα μίας επέμβασης καταρράκτη που γίνεται χωρίς σημαντικές ενδείξεις θόλωσης του φακού αλλά για να διορθωθεί η υπερμετρωπία και άλλα διαθλαστικά σφάλματα, είναι αρκετά, δεδομένου ότι η χρήση των γυαλιών και των φακών επαφής προβληματίζει αρκετούς από τους συνανθρώπους μας», επισημαίνει ο κ. Κανελλόπουλος.
Ο ρόλος της εγκεφαλικής λειτουργίας
Ωστόσο, η αποδοτικότητα της πολυεστιακότητας των ενδοφακών στηρίζεται στην αφομοίωσή της από την εγκεφαλική λειτουργία, η οποία σε μερικούς ανθρώπους δεν είναι εφικτή. Το γεγονός αυτό δυστυχώς δεν είναι γνωστό πριν γίνει η επέμβαση για τον καταρράκτη.
Αυτό πρακτικά σημαίνει πως άνθρωποι που υποβάλλονται σε μία εξαιρετική επέμβαση καταρράκτη, με πολύ μεγάλη ακρίβεια υπολογισμού του ενδοφακού, μπορεί τελικά να παρουσιάσουν μία «σύγχυση» της εικόνας που βλέπουν και να νιώθουν ότι ούτε η μακρινή, ούτε η κοντινή όρασή τους έχει την ποιότητα που επιθυμούσαν. Εάν αυτό δεν βελτιωθεί μέσα στους πρώτους μήνες από την τοποθέτηση των ενδοφακών, υπάρχει σημαντική ένδειξη να αντικατασταθούν με μονοεστιακούς φακούς, εξηγεί ο καθηγητής.
Με αυτούς εκλείπει αυτός ο κίνδυνος, διότι παρέχουν την μεγαλύτερη πιστότητα όρασης.
Ασφαιρικότητα και ποιότητα όρασης
Σημαντικό βήμα προόδου στην τεχνολογία των ενδοφακών ήταν η ασφαιρικότητα που ήρθε σαν μία επικουρική πτυχή τους, η οποία μοιάζει με αυτήν που έχει ο φυσικός φακός του οφθαλμού. Η ασφαιρικότητα βελτιώνει πάρα πολύ την ποιότητα όρασης το βράδυ. Οι ασφαιρικοί ενδοφακοί εισήχθησαν στις αρχές της δεκαετίας του 2000.
Εξίσου σημαντική ήταν η δυνατότητα οι ενδοφακοί να εμπεριέχουν και αστιγματισμό από 1 έως και 6 διοπτρίες. Η ιδιότητα αυτή όχι μόνο βελτιώνει την εμμετρωπία, δηλαδή την μακρινή όραση χωρίς γυαλιά, αλλά εκμηδενίζει πρακτικά τον αστιγματισμό.
«Η επιστημονική μας ομάδα στην Ελλάδα έχει επί χρόνια μελετήσει τον αστιγματισμό που εκ φύσεως έχουμε από τη νεαρή ηλικία. Έχουμε διαπιστώσει ότι οι Έλληνες έχουν κατά μέσον όρο μισό βαθμό αστιγματισμό από νωρίς στη ζωή τους, ο οποίος αλλάζει πολύ λίγο όσο μεγαλώνουν. Ο αστιγματισμός αυτός οφείλεται αποκλειστικά στον κερατοειδή χιτώνα - τον μοναδικό ιστό του ανθρώπινου σώματος που γεννιέται έτοιμος και αλλάζει ελάχιστα στη διάρκεια της ζωής», συνεχίζει ο κ. Κανελλόπουλος.
Η εναλλακτική λύση
Οι Έλληνες επιστήμονες έχουν εισαγάγει ως εναλλακτική λύση στους EDOF ενδοφακούς και τους πολυεστιακούς ενδοφακούς, τη χρήση μονοεστιακών ασφαιρικών ενδοφακών με αστιγματισμό. Οι μονοεστιακοί φακοί επιλέγονται με τρόπο ώστε να υπάρχει μικρή διαφορά μεταξύ των δύο οφθαλμών (ο επικρατής οφθαλμός να έχει περίπου 0,5 βαθμό μυωπίας και ο μη επικρατής περίπου 1 βαθμό μυωπίας).
Η τεχνική αυτή ονομάζεται blended vision και παρέχει εξαιρετική μακρινή και ενδιάμεση όραση (π.χ. για τον υπολογιστή ή το φαγητό). Προσφέρει επίσης σχετικά καλή κοντινή όραση (π.χ. για την ανάγνωση του κινητού ή ενός βιβλίου). Μερικές φορές όμως μπορεί να απομείνει ανάγκη χρήσης πρεσβυωπικών γυαλιών, με μικρό όμως ποσοστό διόρθωσης (της τάξης του ενός βαθμού).
Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία της τεχνικής είναι η προσεκτική αναγνώριση του ποιος από τους δύο οφθαλμούς είναι ο επικρατής σε κάθε άτομο, τονίζει ο κ. Κανελλόπουλος. Η τεχνική παρουσιάσθηκε το 2025 στο Πανευρωπαϊκό Συνέδριο Διαθλαστικής Χειρουργικής & Επεμβάσεων Καταρράκτη στην Κοπεγχάγη και στο αντίστοιχο Πανελλήνιο Συνέδριο στον Πύργο Ηλείας.
Η ένθεση φακικών ενδοφακών
Μία άλλη σημαντική εξέλιξη είναι η ένθεση φακικών ενδοφακών. Πρόκειται για ενδοφακούς που προστίθενται στον οφθαλμό χωρίς να αφαιρεθεί ο φυσικός φακός του. Οι εν λόγω ενδοφακοί αποτελούνται από ειδικό πολυμερές ελβετικής προέλευσης. Τοποθετούνται ανάμεσα στην ίριδα του ματιού και τον φυσικό φακό του, ο οποίος παραμένει στη θέση του.
Η ένθεση αυτή δείχνει να είναι πολύ ασφαλής, με ελάχιστες επιπλοκές. Με την εφαρμογή της αποφεύγονται οι μεγάλες αλλαγές στον κερατοειδή σε άτομα με υψηλή μυωπία (πάνω από 8 βαθμούς), καθώς και οι δυνητικές επιπλοκές από την αφαίρεση του φυσικού φακού σε άτομα κάτω των 55 ετών.
«Οι πιθανές εναλλακτικές λύσεις πρέπει πάντοτε να συζητούνται εκτενώς με τον χειρουργό οφθαλμίατρο πριν από την εκτέλεση της επέμβασης για την διόρθωση του καταρράκτη. Στη χώρα μας υπάρχει εξαιρετική τεχνογνωσία και τεχνολογία για την αντιμετώπιση τόσο του καταρράκτη, όσο και των συνοδών διαθλαστικών προβλημάτων που μπορούν να αντιμετωπιστούν εύκολα και ριζικά», καταλήγει ο κ. Κανελλόπουλος.





