Το έντερο φιλοξενεί δισεκατομμύρια μικροοργανισμούς, οι οποίοι αποτελούν ένα σύνθετο οικοσύστημα που ρυθμίζει πολλές λειτουργίες του οργανισμού και συμβάλλει στη διατήρηση της υγείας μας, όταν βρίσκεται σε ισορροπία. Η διατροφή επηρεάζει αυτό το οικοσύστημα. Έχει, όμως, σημασία αν κάποιος ακολουθεί vegan διατροφή ή καταναλώνει και ζωικά προϊόντα;
Σε νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Microbiome, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης διερεύνησαν το συγκεκριμένο ερώτημα, εξετάζοντας το εντερικό μικροβίωμα 75 vegans και 75 Δανών που ακολουθούσαν διατροφή χωρίς περιορισμούς στα ζωικά προϊόντα.
Αρχικά, οι ερευνητές περίμεναν ότι η ομάδα των vegans θα παρουσίαζε το υγιέστερο μικροβίωμα σε όλες τις παραμέτρους. Ωστόσο, διαπίστωσαν ένα αξιοσημείωτο μειονέκτημα: η ποικιλομορφία των βακτηρίων του εντέρου ήταν, κατά μέσο όρο, χαμηλότερη στους vegans σε σύγκριση με τους παμφάγους.
«Αυτό αποτέλεσε μεγάλη έκπληξη. Επειδή οι vegans καταναλώνουν αποκλειστικά φυτικές τροφές και, επομένως, προσλαμβάνουν μεγάλες ποσότητες φυτικών ινών και άλλων φυτικών συστατικών που προάγουν την υγεία και διεγείρουν το μικροβίωμα του εντέρου, περιμέναμε ότι θα είχαν μεγαλύτερη βακτηριακή ποικιλομορφία από τους παμφάγους. Ωστόσο, αυτό δεν συνέβη», εξηγεί ο Oluf Borbye Pedersen, καθηγητής στο Κέντρο Βασικής Μεταβολικής Έρευνας του Ιδρύματος Novo Nordisk.
Όπως προσθέτει, η χαμηλότερη μέση ποικιλομορφία των εντερικών βακτηρίων στους vegans ενδέχεται να συνδέεται με τη χαμηλότερη πρόσληψη πρωτεΐνης. Στους vegans, το 12% της ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης προερχόταν από πρωτεΐνη, έναντι 17% στους παμφάγους. Ωστόσο, όσοι vegans κατανάλωναν τις μεγαλύτερες ποσότητες πρωτεΐνης παρουσίαζαν επίπεδα βακτηριακής ποικιλομορφίας αντίστοιχα με εκείνα των παμφάγων. Επομένως, η πρωτεΐνη ενδέχεται να αποτελεί έναν παράγοντα που δεν έχει λάβει την απαραίτητη προσοχή σε ό,τι αφορά την ποικιλομορφία του εντερικού μικροβιώματος.
"Το έντερο είναι σαν ένα τροπικό δάσος"
Οι ερευνητές εστιάζουν στην υγεία του εντέρου, καθώς αυτή είναι καθοριστική για τη συνολική υγεία. Σε αυτό το πλαίσιο, η μεγάλη ποικιλομορφία των βακτηρίων θεωρείται ευεργετική.
«Το έντερό μας είναι ένα εξαιρετικά σύνθετο οικοσύστημα. Μπορούμε να το παρομοιάσουμε με ένα τροπικό δάσος, το οποίο λειτουργεί καλύτερα όταν φιλοξενεί όσο το δυνατόν περισσότερα διαφορετικά είδη. Το ίδιο ισχύει και για το εσωτερικό μικροβιακό μας οικοσύστημα, το οποίο ιδανικά θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο ποικιλόμορφο», αναφέρει ο Pedersen.
Η υψηλή βιοποικιλότητα αποτελεί ένδειξη ενός υγιούς και ανθεκτικού εντερικού μικροβιώματος. Ένα υγιές μικροβίωμα δεν είναι σημαντικό μόνο για την πέψη και τον μεταβολισμό, αλλά διαδραματίζει επίσης σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και στην υγεία του εγκεφάλου.
Το κατά τ' άλλα υγιές μικροβίωμα των vegans
Για να κατανοήσουν τις διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων, οι ερευνητές ανέλυσαν δείγματα κοπράνων, αίματος και ούρων. Στη συνέχεια, χαρτογράφησαν τα βακτήρια και τους ιούς του εντέρου, καθώς και τα μόρια σηματοδότησης στον οργανισμό.
«Πέρα από τη μειωμένη ποικιλομορφία των εντερικών βακτηρίων, διαπιστώσαμε ότι οι vegans είχαν ένα μικροβίωμα που προάγει την υγεία», σημειώνει ο Pedersen.
Οι vegans κατανάλωναν περισσότερους υδατάνθρακες και φυτικές ίνες και, κατά μέσο όρο, λιγότερη πρωτεΐνη και λίπος σε σύγκριση με τους παμφάγους. Παράλληλα, παρουσίαζαν υψηλότερα επίπεδα αρκετών βακτηριακών ειδών που μπορούν να διασπούν τις φυτικές ίνες, καθώς και μεγαλύτερη παρουσία του μικροοργανισμού Blastocystis, ο οποίος έχει συσχετιστεί με χαμηλότερη αρτηριακή πίεση.
Επιπλέον, οι vegans εμφάνιζαν χαμηλότερα επίπεδα γλυκόζης και χοληστερόλης στο αίμα, καθώς και λιγότερους δείκτες φλεγμονής στον οργανισμό σε σύγκριση με τους παμφάγους.
Η σημασία της διατροφικής επάρκειας
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μελέτη είναι σχετικά μικρή και παρατηρητική, καθώς συγκρίνει διατροφικά πρότυπα που ήδη ακολουθούσαν οι συμμετέχοντες. Συνεπώς, τα ευρήματα μπορούν να αναδείξουν συσχετίσεις, αλλά δεν αποδεικνύουν ότι συγκεκριμένες διατροφικές συνήθειες προκαλούν άμεσα αλλαγές στο μικροβίωμα ή στην υγεία του εντέρου. Για παράδειγμα, δεν αποδεικνύουν ότι η πρόσληψη πρωτεΐνης προκαλεί από μόνη της μεταβολές στη βακτηριακή ποικιλομορφία.
Για τον λόγο αυτό, ο Pedersen δεν προχωρά σε διατροφικές συστάσεις με βάση τη νέα μελέτη. Ωστόσο, τονίζει ότι τα ευρήματα αναδεικνύουν τη σημασία της επαρκούς πρόσληψης θρεπτικών συστατικών, ανεξάρτητα από τις διατροφικές επιλογές του καθενός.
«Οι vegans ειδικότερα θα πρέπει να εξετάζουν αν λαμβάνουν αρκετή πρωτεΐνη μέσω της διατροφής τους, καθώς δεν την προσλαμβάνουν από το κρέας, τα αυγά ή τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Καλές φυτικές πηγές πρωτεΐνης είναι τα φασόλια, οι φακές, οι σπόροι κάνναβης, οι σπόροι chia, η κινόα, τα αμύγδαλα και οι ξηροί καρποί», καταλήγει.
Πηγή: Medical Xpress





