Τοξικές χημικές ουσίες που δεν αναγράφονται στις ετικέτες εντοπίστηκαν σε περίπου 85% των προϊόντων προσωπικής φροντίδας που εξετάστηκαν σε νέα επιστημονική μελέτη, εγείροντας ερωτήματα για την ασφάλεια προϊόντων που χρησιμοποιούνται καθημερινά από εκατομμύρια ανθρώπους.
Οι ερευνητές ανέλυσαν 113 προϊόντα, από σαμπουάν και ενυδατικές κρέμες έως προϊόντα για μωρά, σαπούνια, οδοντόκρεμες και προϊόντα γυναικείας υγιεινής. Τα προϊόντα αγοράστηκαν από μεγάλες αλυσίδες λιανικής στις ΗΠΑ και ηλεκτρονικές πλατφόρμες, μεταξύ άλλων από τις Target και Amazon.
Η ανάλυση έδειξε ότι τα προϊόντα περιείχαν, κατά μέσο όρο, περισσότερες από τρεις φορές περισσότερες χημικές ουσίες από όσες αναφέρονταν στις ετικέτες τους.
Συνολικά, οι ερευνητές εντόπισαν 303 χημικές ουσίες για τις οποίες υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις ότι βρίσκονταν στα προϊόντα. Στη συνέχεια, τις διασταύρωσαν με βάση δεδομένων της αμερικανικής Υπηρεσίας Προστασίας του Περιβάλλοντος (EPA) για επικίνδυνες χημικές ουσίες.
Μεταξύ των ουσιών που ανιχνεύθηκαν ήταν φθαλικές ενώσεις, parabens, PFAS και φορμαλδεΰδη, χημικές ουσίες που έχουν συνδεθεί σε προηγούμενες έρευνες με ορμονικές διαταραχές, καρκίνο, νευρολογικές επιπτώσεις, προβλήματα αναπαραγωγής και βλάβες στην ανάπτυξη των παιδιών.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι ορισμένες από αυτές τις ουσίες χρησιμοποιούνται σκόπιμα σε προϊόντα προσωπικής φροντίδας, ενώ άλλες μπορεί να καταλήγουν σε αυτά ως αποτέλεσμα μόλυνσης των πρώτων υλών, ανεπιθύμητων χημικών αντιδράσεων ή μεταφοράς ουσιών από τις πλαστικές συσκευασίες.
Ακόμη και προϊόντα που χαρακτηρίζονται «φυσικά»
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι περίπου 26% των προϊόντων περιείχαν τουλάχιστον μία επικίνδυνη ουσία που ερχόταν σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που αναγράφονταν στη συσκευασία.
Έτσι, εντοπίστηκαν συνθετικές χημικές ουσίες σε προϊόντα που χαρακτηρίζονταν «100% φυσικά», φθαλικές ενώσεις σε προϊόντα με την ένδειξη «χωρίς φθαλικές ενώσεις» και γνωστά αλλεργιογόνα σε προϊόντα που διαφημίζονταν ως «υποαλλεργικά».
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μια μέθοδο μη στοχευμένης χημικής ανάλυσης, η οποία επιτρέπει την αναζήτηση χιλιάδων διαφορετικών ουσιών αντί να περιορίζεται σε έναν προκαθορισμένο κατάλογο χημικών.
Ένα από τα ζητήματα που αναδεικνύει η μελέτη είναι η χρήση του όρου «fragrance» ή «parfum» στις ετικέτες. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, κάτω από αυτή τη γενική ονομασία μπορούν να περιλαμβάνονται έως και 1.200 δυνητικά επικίνδυνες χημικές ουσίες, χωρίς η νομοθεσία να απαιτεί από τις εταιρείες να αναφέρουν αναλυτικά ποιες χρησιμοποιούνται.
«Γιατί μου λένε ψέματα;»
Η Jenna Hua, μία από τις επικεφαλής συγγραφείς της μελέτης, εταιρείας με έδρα το Σαν Φρανσίσκο που προσφέρει κατ’ οίκον ελέγχους για την έκθεση σε τοξικές χημικές ουσίες, δήλωσε ότι οι ερευνητές περίμεναν να εντοπίσουν ορισμένες μη αναγραφόμενες ουσίες, αλλά τα αποτελέσματα τους εξέπληξαν.
«Ξοδεύω τα χρήματά μου και θέλω ένα καλό προϊόν – γιατί μου λένε ψέματα;» διερωτήθηκε η Hua.
Η Kristen Knox, ερευνήτρια στο μη κερδοσκοπικό Silent Spring, το οποίο έχει επίσης πραγματοποιήσει ελέγχους σε προϊόντα προσωπικής φροντίδας αλλά δεν συμμετείχε στη συγκεκριμένη έρευνα, υπογράμμισε τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές.
«Είναι πολύ δύσκολο για τον καταναλωτή να γνωρίζει τι περιέχουν τα προϊόντα, ακόμη και αν είναι εξαιρετικά προσεκτικός και διαβάζει τις ετικέτες», δήλωσε. «Οι καταναλωτές δεν έχουν πρόσβαση σε εργαστήριο».
Οι ευθύνες και η ανάγκη για αυστηρότερους ελέγχους
Οι συγγραφείς της μελέτης υπογραμμίζουν ότι δεν είναι σαφές αν οι μη αναγραφόμενες ουσίες προστίθενται σκόπιμα ή αν καταλήγουν στα προϊόντα κατά λάθος.
Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σύνθετο για μικρές επιχειρήσεις που επιχειρούν να παραγάγουν προϊόντα με λιγότερες ή «καθαρές» χημικές ουσίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ίδιες οι εταιρείες μπορεί να προμηθεύονται μολυσμένες πρώτες ύλες χωρίς να το γνωρίζουν.
Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι απαιτείται αυστηρότερη εποπτεία και υποχρεωτικοί έλεγχοι των προϊόντων πριν φτάσουν στους καταναλωτές, ώστε να περιοριστεί η παρουσία μη δηλωμένων επικίνδυνων χημικών ουσιών και να προστατευθούν τόσο οι καταναλωτές όσο και οι επιχειρήσεις που επιδιώκουν πραγματικά να διαθέτουν ασφαλέστερα προϊόντα.
Πηγή: Guardian





