Πρόσφατες αλλά και παλαιότερες ερευνες υποδεικνύουν ότι το διάβασμα μπορεί να ενισχύσει ορισμένες πτυχές της γνωστικής λειτουργίας και της ευεξίας, ενώ παράλληλα μας βοηθά να κατανοούμε και να συνδεόμαστε με τους άλλους ανθρώπους. Η ανάγνωση για ευχαρίστηση, συνήθεια στην οποία αναλωνόμαστε κυρίως κατά τον ελεύθερο χρόνο μας, είναι το διάβασμα που δεν αφορά στην επίτευξη κάποιου συγκεκριμένου στόχου -απλώς μας αρέσει και το κάνουμε.
Υψηλά επίπεδα ενσυναίσθησης
Τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι τα οφέλη μπορεί να παρατηρούνται ακόμη και σε ανθρώπους που αφιερώνουν σχετικά λίγο χρόνο στο διάβασμα. Σε μία έρευνα, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 4.000 ενήλικες, το 64% όσων διάβαζαν τακτικά δήλωσε ότι διέθετε υψηλό επίπεδο ενσυναίσθησης, έναντι του 61% όσων διάβαζαν σπάνια και του 48% όσων δεν διάβαζαν καθόλου. Η ίδια έκθεση διαπίστωσε ότι τα άτομα που διάβαζαν μόλις 30 λεπτά την εβδομάδα είχαν περισσότερες πιθανότητες να δηλώνουν ότι κατανοούν τα συναισθήματα των άλλων.
Μια άλλη έρευνα στο Ηνωμένο Βασίλειο έδειξε ότι το 41% των ερωτηθέντων θεωρούσε πως το διάβασμα τους έκανε να αισθάνονται πιο κοντά στους άλλους ανθρώπους.
Το διάβασμα ενεργοποιεί ένα ευρύ φάσμα γνωστικών διεργασιών. Μια μετα-ανάλυση, η οποία συνδύασε τα αποτελέσματα 40 μελετών απεικόνισης του εγκεφάλου, εντόπισε ένα κοινό μοτίβο εγκεφαλικής δραστηριότητας κατά την ανάγνωση τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες. Το μοτίβο αυτό περιλάμβανε περιοχές που σχετίζονται με την προσοχή, την αναγνώριση γραπτών λέξεων και την επεξεργασία της γλώσσας. Η ανάλυση ανέδειξε επίσης διαφορές μεταξύ παιδιών και ενηλίκων, οι οποίες αντανακλούν τις αλλαγές στα εγκεφαλικά συστήματα που συμμετέχουν στην ανάγνωση καθώς αναπτυσσόμαστε.
Ενεργοποίηση της φαντασίας
Ωστόσο, η ανάγνωση δεν περιορίζεται στην απλή αναγνώριση των λέξεων σε μια σελίδα αλλά ενεργοποιεί και την ανθρώπινη φαντασία. Έρευνες με τη χρήση απεικόνισης του εγκεφάλου έχουν δείξει ότι η ανάγνωση λογοτεχνικών έργων μυθοπλασίας ενεργοποιεί τμήματα του λεγόμενου δικτύου προεπιλεγμένης λειτουργίας (default mode network), ενός συνόλου διασυνδεδεμένων εγκεφαλικών περιοχών που συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, στη νοητική αναπαράσταση σκηνών και στη σκέψη γύρω από τις νοητικές καταστάσεις των άλλων ανθρώπων.
Η επίδραση αυτή φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα όταν τα έργα μυθοπλασίας περιλαμβάνουν έντονα κοινωνικά στοιχεία και μας καλούν να αναλογιστούμε τι μπορεί να σκέφτονται, να αισθάνονται ή να κάνουν οι χαρακτήρες ή ακόμα και ο ίδιος ο συγγραφέας. Στη συγκεκριμένη μελέτη, τα άτομα που διάβαζαν συχνότερα έργα μυθοπλασίας είχαν επίσης καλύτερες επιδόσεις σε δοκιμασίες κοινωνικής νόησης, δηλαδή στην ικανότητα που έχουμε να κατανοούμε τις σκέψεις και τη συμπεριφορά των άλλων. Επιπλέον, η ανάγνωση αποσπασμάτων με εντονότερο κοινωνικό περιεχόμενο προκαλούσε αυξημένη δραστηριότητα σε περιοχές του εγκεφαλικού δικτύου που σχετίζονται με τη σκέψη γύρω από τους άλλους ανθρώπους.
Ωστόσο, ο κοινωνικός ρόλος των ιστοριών δεν ξεκίνησε με τα μυθιστορήματα. Η γραφή είναι σχετικά πρόσφατη επινόηση των ανθρώπων, καθώς τα πλήρως ανεπτυγμένα συστήματα γραφής εμφανίστηκαν πριν από περίπου 5.000 με 5.500 χρόνια, ενώ ο μαζικός εγγραμματισμός εξαπλώθηκε μετά την εφεύρεση της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο τη δεκαετία του 1450. Η αφήγηση ιστοριών, όμως, προϋπήρχε αυτών των εξελίξεων για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.
Έρευνα σε κοινότητες Αγκτά, κυνηγών-τροφοσυλλεκτών στις Φιλιππίνες, διαπίστωσε ότι οι ιστορίες συχνά μετέδιδαν ιδέες σχετικά με τη συνεργασία και την κοινωνική συμπεριφορά, ενώ οι κοινότητες που διέθεταν ικανούς αφηγητές παρουσίαζαν μεγαλύτερο βαθμό συνεργασίας. Επομένως, η αφήγηση ιστοριών ενδέχεται να αποτελεί βασικό μέσο για να διερευνούμε τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται οι άλλοι και λειτουργούν οι κοινωνικές ομάδες, όπως πιθανότατα συνέβαινε σε όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης εξέλιξης.
Οι ικανότητες αυτές εξακολουθούν να είναι χρήσιμες και στις μέρες μας. Η κατανόηση της οπτικής των άλλων μάς βοηθά να διαχειριζόμαστε τις σχέσεις μας και να συνεργαζόμαστε με ανθρώπους των οποίων οι εμπειρίες και οι πεποιθήσεις μπορεί να διαφέρουν ριζικά από τις δικές μας.
Διάβασμα, γλώσσα και νόηση
Πώς μπορούμε, λοιπόν, να ενθαρρύνουμε την ανάγνωση για ευχαρίστηση;
Στην περίπτωση των παιδιών, η έναρξη της αναγνωστικής συνήθειας από μικρή ηλικία μπορεί να βοηθήσει.
Η μελέτη Adolescent Brain Cognitive Development (ABCD) είναι μία από τις μεγαλύτερες μακροχρόνιες μελέτες στις ΗΠΑ σχετικά με την ανάπτυξη του εγκεφάλου και την υγεία των παιδιών. Έρευνα στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 10.000 συμμετέχοντες της συγκεκριμένης μελέτης διαπίστωσε ότι η πρώιμη ανάγνωση για ευχαρίστηση συσχετιζόταν με καλύτερες γνωστικές επιδόσεις, λιγότερα προβλήματα ψυχικής υγείας και συμπεριφοράς, καθώς και με διαφορές σε εγκεφαλικές περιοχές που σχετίζονται με τη γλώσσα και τη νόηση.
Ωστόσο, ακόμη κι αν έχουν περάσει χρόνια από τότε που διαβάσατε για τελευταία φορά ένα βιβλίο για ευχαρίστηση, δεν υπάρχει λόγος να πιστεύετε ότι το διάβασμα είναι ωφέλιμο μόνο όταν η συνήθεια ξεκινά στην παιδική ηλικία. Έρευνες σε διαφορετικά στάδια της ζωής δείχνουν ότι η τακτική ανάγνωση συνδέεται με υψηλά γνωστικά, συναισθηματικά και κοινωνικά οφέλη.
Επομένως, επιλέξτε κάτι που πραγματικά θέλετε να διαβάσετε. Το μέγεθος του βιβλίου, το θέμα και το λογοτεχνικό είδος έχουν μικρότερη σημασία από το να βρείτε κάτι που πραγματικά θα σας συναρπάσει. Ίσως βυθιστείτε σε έναν διαφορετικό κόσμο, εξερευνώντας τον τρόπο σκέψης των άλλων ανθρώπων, και ταυτόχρονα προσφέρετε στον εγκέφαλό σας άφθονα ερεθίσματα.
Πηγή: THE CONVERSATION.COM





