Νέα έρευνα δείχνει ότι κάποιοι ασθενείς που λαμβάνουν αντικαταθλιπτικά της κατηγορίας των SSRIs – όπως η σερτραλίνη, η φλουοξετίνη και η σιταλοπράμη – έχουν υψηλότερο κίνδυνο να εμφανίσουν σεξουαλικές παρενέργειες, όπως μείωση της libido, δυσκολία επίτευξης ή διατήρησης στύσης και προβλήματα εκσπερμάτισης.
Οι παρενέργειες αυτές είναι πολύ συχνές και μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την αυτοεκτίμηση, ενισχύοντας τα συμπτώματα της κατάθλιψης και σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγώντας τους ασθενείς να σταματήσουν τη φαρμακευτική αγωγή.
Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης θέλησαν να δουν αν μπορούσαν να εντοπίσουν ποιοι είναι πιο επιρρεπείς σε αυτά τα προβλήματα πριν ξεκινήσουν τη θεραπεία. Στη μελέτη συμμετείχαν 90 άτομα ηλικίας 18–56 ετών με διάγνωση σοβαρής κατάθλιψης που δεν είχαν λάβει πρόσφατα φαρμακευτική αγωγή.
Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (EEG) για να αξιολογηθούν τα επίπεδα σεροτονίνης στον εγκέφαλο. Στη συνέχεια, ξεκίνησαν θεραπεία με σιταλοπράμη για οκτώ εβδομάδες, ενώ οι επιστήμονες παρακολούθησαν την σεξουαλική τους λειτουργία πριν και μετά.
Τα αποτελέσματα
-
Οι συμμετέχοντες με υψηλότερα επίπεδα σεροτονίνης ήταν πιο πιθανό να εμφανίσουν σεξουαλικές παρενέργειες, κυρίως δυσκολία στην επίτευξη οργασμού.
-
Περίπου το 65% ανέφερε κάποιο πρόβλημα που συνδέεται με τη φαρμακευτική αγωγή.
-
Το 39% χαρακτήρισε τα προβλήματα αυτά σοβαρά και ενοχλητικά.
-
Οι γιατροί αξιολόγησαν ότι το 47% των συμμετεχόντων είχε εμφανίσει παρενέργειες και το 17% (9 γυναίκες και 4 άνδρες) παρουσίασε σοβαρές και ενοχλητικές επιπτώσεις.
-
Συνολικά, η σεξουαλική λειτουργία μειώθηκε κατά 23%.
Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι τα αποτελέσματα θα βοηθήσουν τους γιατρούς να λαμβάνουν υπόψη τα επίπεδα σεροτονίνης πριν τη συνταγογράφηση SSRIs, μειώνοντας τον κίνδυνο δυσάρεστων παρενεργειών.
Μακροπρόθεσμες επιπτώσεις
Η έρευνα ανοίγει επίσης τη συζήτηση για τη μετα-SSRIs σεξουαλική δυσλειτουργία (PSSD), μια σπάνια αλλά αυξανόμενη κατάσταση όπου οι ασθενείς αναφέρουν παρατεταμένα σεξουαλικά προβλήματα μετά τη διακοπή της αγωγής. Παρά τη σχετική έλλειψη δεδομένων, υπάρχει «αυξανόμενη επιστημονική αναγνώριση» της PSSD, με αναφορές σε προβλήματα όπως μούδιασμα γεννητικών οργάνων, στυτική δυσλειτουργία, ξηρότητα κολπικού βλεννογόνου και πλήρη απώλεια σεξουαλικής διάθεσης.





